<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Πολεμος και Ειρηνη Αρχεία - ΕΥΠΛΟΙΑ</title>
	<atom:link href="https://www.eyploia.gr/category/categories/polemos-kai-eirini/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://www.eyploia.gr/category/categories/polemos-kai-eirini/</link>
	<description>e-περιοδικό του δικτύου αιγαίου</description>
	<lastBuildDate>Tue, 18 Aug 2020 10:13:08 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	
                                          	<item>
		<title>3 κείμενα για τους νεκρούς της Marfin</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/marfin/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=marfin</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/marfin/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 09 May 2010 14:09:52 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=959</guid>

					<description><![CDATA[<p>1. Για τους νεκρούς της Marfin «Οι φασίστες, εκατό εναντίον ενός, δολοφονούν, ξυλοκοπούν, βασανίζουν, προσβάλλουν γυναίκες, παιδιά, αδύναμους και ανυπεράσπιστους ανθρώπους, πυρπολούν, καταστρέφουν περιουσίες που υπήρξαν προϊόν μεγάλων θυσιών των εργαζομένων, σκλαβώνουν ολόκληρους πληθυσμούς·&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/marfin/">3 κείμενα για τους νεκρούς της Marfin</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>1. </strong><strong>Για τους νεκρούς της Marfin</strong></p>
<p>«Οι φασίστες, εκατό εναντίον ενός, δολοφονούν, ξυλοκοπούν, βασανίζουν, προσβάλλουν γυναίκες, παιδιά, αδύναμους και ανυπεράσπιστους ανθρώπους, πυρπολούν, καταστρέφουν περιουσίες που υπήρξαν προϊόν μεγάλων θυσιών των εργαζομένων, σκλαβώνουν ολόκληρους πληθυσμούς· (…) και παρόλα αυτά, τα χείριστα, θεωρούνται πολιτικά όντα, αγωνιστές ενός σκοπού και πολλοί έντιμοι άνθρωποι, που σίγουρα δεν θα διέπρατταν αυτά τα εγκλήματα, δεν αποστρέφονται να τους σφίγγουν το χέρι και να διατηρούν επαφές μαζί τους. Μιλούν πολύ για τη βία και λίγο για την ηθική· και το φυσικό αποτέλεσμα ήταν πως όταν μετήλθαν βίαιων πράξεων με περισσή ιταμότητα, δεν συνάντησαν ούτε φυσική αντίσταση, ούτε ηθική καταδίκη.» (…)</p>
<p>  <span id="more-959"></span>  </p>
<p>«Αν, προκειμένου να νικήσουμε, θα έπρεπε να στήσουμε κρεμάλες στις πλατείες, θα προτιμούσα να χάσουμε»</p>
<p>Ερρίκο Μαλατέστα</p>
<p>Προχθές, κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης διαδήλωσης ενάντια στα νέα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης, μερικοί διαδηλωτές έκαψαν τρεις εργαζόμενους σε μια τράπεζα. Απείλησαν να κάψουν και όσους βρίσκονταν μέσα στο (κλειστό λόγω της απεργίας) βιβλιοπωλείο Ιανός περιλούζοντας τρεις απ’ αυτούς με βενζίνη. Δε θέλουμε να σταθούμε πολύ στις ευθύνες των άλλων, όπως επιτάσσει η κυριαρχούσα ανευθυνότητα που φτάνει μέχρι τα όρια της συνέργειας στη δολοφονία αυτών των ανθρώπων. Εμείς προτιμάμε να σταθούμε στις δικές μας ευθύνες. Γιατί πρώτα διαπιστώνουμε μια ασυμμετρία ανάμεσα στις αντιδράσεις για τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου το Δεκέμβρη του 2008 και στις αντιδράσεις για τη δολοφονία των τριών υπαλλήλων της Marfin από τους αναρχικούς. Γι’ αυτούς τους τρεις δε θα γίνουν πιθανότατα διαδηλώσεις, δε θα καεί η Αθήνα, δε θα φωνάξουμε «αναρχικοί, γουρούνια, δολοφόνοι». Γι’ αυτό το γεγονός είμαστε βέβαιοι από τη στιγμή που το απόγευμα της Τετάρτης, το συγκεντρωμένο πλήθος των διαδηλωτών στη Σταδίου προτίμησε να πιστέψει πως δεν υπάρχουν νεκροί και πρόκειται για προπαγάνδα του «Κράτους» και να φωνάξει «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι» ενώ δεν τόλμησε και ούτε θα τολμήσει ποτέ να φωνάξει «αλήτες, δολοφόνοι, αναρχικοί». Κι αυτό γιατί ο κόσμος είναι χωρισμένος σε μανιχαϊκά ιδεολογικά στρατόπεδα. Η βία της μιας μεριάς είναι ηθικά απονομιμοποιημένη ενώ η βία της άλλης είναι νόμιμη «αντιβία» καθαγιασμένη από τον ιερό αγώνα ενάντια στο κράτος και στον καπιταλισμό και από την κατοχή της απόλυτης Αλήθειας.</p>
<p>Ας διευκρινίσουμε, πως όλα τα παραπάνω συνθήματα είναι απαράδεκτα επειδή βασίζονται στη λογική της συλλογικής ευθύνης που βρίσκεται στον πυρήνα της μανιχαϊκής ιδεολογίας. Δεν είναι όλοι οι δημοσιογράφοι ρουφιάνοι, δεν είναι όλοι οι αναρχικοί και οι αστυνομικοί δολοφόνοι. Αλλά ας εξετάσουμε πόσο λίγο δολοφόνοι είμαστε όλοι μας.</p>
<p>Όσοι από μας ανεβαίναμε τη Σταδίου γύρω στις 2, είδαμε αυτό το κτίριο να φλέγεται και τους ανθρώπους απεγνωσμένους στα μπαλκόνια. Μερικοί δίπλα μας είπαν «καλά να πάθουν, αφού δούλευαν σε μέρα απεργίας», άλλοι τους κορόιδευαν, άλλοι έβγαζαν φωτογραφίες με τα κινητά τους, κάποιος έπαιρνε τηλέφωνο την πυροσβεστική. Οι περισσότεροι ήμασταν απαθείς, απλά κοιτούσαμε πιστεύοντας πιθανόν ότι τους χρειαζόταν ένα μάθημα και πως τελικά ένας από μηχανής θεός –και όχι εμείς- θα τους σώσει. Μερικά λεπτά αργότερα, κοιτάζοντας πίσω διαπιστώναμε ότι η φωτιά είχε επεκταθεί και πως οι άνθρωποι δύσκολα θα γλίτωναν. Λίγο παραπάνω, Βουκουρεστίου και Πανεπιστημίου, ένας εξαγριωμένος νεαρός απαγόρευε στην κρατική εξουσία, δηλαδή στην Πυροσβεστική, να περάσει στο άβατο της Πανεπιστημίου για να προσεγγίσει –πιθανότατα- το σημείο.</p>
<p>Όλο αυτό ήταν το χρονικό μερικών προαναγγελθέντων θανάτων, η συνέχεια του Δεκέμβρη του 2008, όπου μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Opel, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στην Αλεξάνδρας, είχε πυρποληθεί και οι ένοικοι της πολυκατοικίας φώναζαν έντρομοι από τα μπαλκόνια να κάνει κάποιος κάτι. Κανένας δεν έκανε τίποτα όμως. Κανένας από όσους συμμετέχουμε στις διαδηλώσεις δεν ανέλαβε το βάρος να διαχωρίσει τη θέση του με αυστηρότητα, όλοι πορευόμαστε μαζί με αυτούς τους μικρούς ναζί γιατί θεωρούμε ότι βρισκόμαστε στο ίδιο στρατόπεδο, πως είναι «παραστρατημένοι σύντροφοι», πως δεν πρέπει «να κάνουμε δήλωση νομιμοφροσύνης στο κράτος», πως «το κράτος είναι ο μόνος τρομοκράτης», πως οι ρίζες του Κακού βρίσκονται αλλού, πως «φταίει ο Βγενόπουλος που δεν είχε βάλει ρολά» και άλλες μπούρδες που κρύβουν κάτω από το χαλί τις δικές μας ευθύνες.</p>
<p>Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε ποτέ πόση ευθύνη έχει η βία των «εξεγερμένων» για το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου και του Μιχάλη Καλτεζά. Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε αν τα παιδιά αυτά θα ζούσαν αν οι ίδιοι δεν είχαν επιλέξει τη στρατηγική της βίας. Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε αν η στρατηγική της έντασης δημιουργεί Κορκονείς και Μελίστες. Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε αν αυτή η στείρα λογική της αντιπαράθεσης μπορεί και θέλει πραγματικά να αλλάξει την κοινωνία και να την κάνει ανθρωπινότερη. Κανένας και καμία δεν αναρωτήθηκε αν το δίπολο «αναρχικός» και «μπάτσος» πάει μαζί, όπως μαζί πάει και το γενικότερο δίπολο που τους οπλίζει τα χέρια και τους «στέλνει» στην αρένα εξ ονόματός μας, το δίπολο της «αθώας κοινωνίας» που πολεμά το «διεφθαρμένο κράτος».</p>
<p>Τώρα, για όσους από εμάς αισθανόμαστε ακόμα άνθρωποι, η διαχωριστική γραμμή έχει χαραχτεί, δυστυχώς με αίμα, από τα γεγονότα τα ίδια, και χαράχτηκε έξω από αυτά τα δίπολα. Πρέπει απλά αλλά επιτακτικά να μπορέσουμε να την διακρίνουμε: χρειάζεται να αποφασίσουμε αν είμαστε με τη βία ή αν είμαστε εναντίον της. Αν το πρόβλημά μας είναι να «καεί το μπουρδέλο η βουλή» ή αν θέλουμε να φτιάξουμε μια κοινωνία που κανένας δε θα καίγεται ζωντανός. Αν θέλουμε να κρεμάσουμε τους βουλευτές και να κάψουμε τις τράπεζες ή να φτιάξουμε έναν κόσμο χωρίς κρεμάλες. Πρέπει, για να σταματήσουμε να θρηνούμε θύματα, να σταματήσουμε να τροφοδοτούμε με παρακλήσεις μίσους και οργής την ατμόσφαιρα, πρέπει να αποφασίσουμε αν θα έρθουμε σε ρήξη με το κομμάτι αυτό του εαυτού μας που ζητάει αίμα, φωτιές, κρεμάλες, και που όταν τα καταφέρνει στέκει αμήχανα και καταδικάζει υποκριτικά τη βία. Πρέπει να βρούμε το θάρρος (κυρίως απέναντι στους εαυτούς μας) και να τολμήσουμε να διαδηλώσουμε ενάντια στην αριστερή και την αναρχική τρομοκρατία, στη μνήμη όλων των θυμάτων της. Γιατί, ναι, πρόκειται για τρομοκρατία. Πρόκειται για πτώματα, για αίμα και πόνο. Πτώματα που δεν πάψαμε να ζητάμε, τραυλίζοντας ύμνους οργής, δημιουργώντας αντίπαλα στρατόπεδα εκεί που θα έπρεπε να υπάρχουν απλά άνθρωποι, δίνοντας δικαιολογίες στο ακρο-αριστερό και αναρχικό φασισταριό να δολοφονεί. Πρέπει να διαδηλώσουμε ενάντια σε αυτήν την τρομοκρατία για να καταλάβουν κάποιοι ότι δεν δεχόμαστε να δικαιολογούν τις μακάβριες πρακτικές τους στο όνομά μας, ότι ονειρευόμαστε έναν κόσμο διαφορετικό, όχι απλά από αυτόν που υπάρχει, αλλά και διαφορετικό από αυτούς τους ίδιους. Υπάρχει και άλλη τρομοκρατία; Υπάρχει. Υπάρχουν τα τουμπανιασμένα πτώματα των μεταναστών στο Αιγαίο. Υπάρχει όμως και το ακρωτηριασμένο σώμα του Χαμίντ Νατζαφί.</p>
<p> </p>
<p>Γιάννης Κορομηλάς,</p>
<p>Κώστας Μπακόπουλος,</p>
<p>Θανάσης Πολλάτος,</p>
<p>Παναγιώτης Σιαβελής</p>
<p>(μέλη της ομάδας Αυτονομία ή Βαρβαρότητα)</p>
<p><a href="http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2010/05/marfin.html">http://autonomyorbarbarism.blogspot.com/2010/05/marfin.html</a></p>
<p> </p>
<p><strong>2. Η ΑΝΑΡΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ</strong></p>
<p>Τον Δεκέμβρη του 2008 κατά τη διάρκεια των γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ο αναρχικός-αντιεξουσιαστικός χώρος απάντησε στις φασιστικές εκκλήσεις των ΜΜΕ για επιστροφή σε «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» με το αφοπλιστικό σύνθημα «εσείς μιλάτε για βιτρίνες, εμείς μιλάμε για ζωές».</p>
<p>Ποια επικίνδυνη υποκρισία κάνει τώρα ορισμένους να μιλάνε για τα ανύπαρκτα μέτρα πυροπροστασίας της τράπεζας και όχι για τις ζωές που χάθηκαν; Ποια οργουελική αντιστροφή της πραγματικότητας κάνει κάποιους να μιλούν για το τραγικό συμβάν σαν να επρόκειτο για βραχυκύκλωμα;</p>
<p>Δεν καταλαβαίνουμε άραγε ότι αυτή η υποκρισία είναι αντίστοιχη των νατοϊκών δολοφόνων που μιλούσαν για «παράπλευρες απώλειες»;</p>
<p>Δεν καταλαβαίνουμε άραγε ότι η δεδομένη και αυτονόητη κυνικότητα και κτηνωδία ενός μεγαλοκαπιταλιστή, που επέβαλε εκβιαστικά στους υπαλλήλους του να βρίσκονται μέσα στην τράπεζα, δεν εξιλεώνει κανέναν για τους νεκρούς;</p>
<p>Δεν καταλαβαίνουμε άραγε ότι αν χρησιμοποιείς τις τακτικές του κτήνους το οποίο αντιπαλεύεις έχεις γίνει ίδιος μ’ αυτό;</p>
<p>Αν για κάτι αγωνίζονται οι αναρχικοί, αν για κάτι αξίζει να αγωνιστούν οι άνθρωποι είναι για την Ζωή, την Ελευθερία και την Αξιοπρέπεια. Για έναν κόσμο όπου ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία…</p>
<p>Στη διαδήλωση της 6/5 στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, που ανταποκρίθηκε σε κάλεσμα της ένωσης νοσοκομειακών γιατρών θεσ/νίκης και πρωτοβάθμιων σωματείων, αρκετός κόσμος, αναρχικοί και αντιεξουσιαστές από το τελευταίο μπλοκ, φώναξε επανειλημμένα: &#8220;ήταν δολοφονία, δεν έχουμε αυταπάτες, κράτος και Βγενόπουλος δολοφονούν εργάτες&#8221;. Σίγουρα μια τέτοια σκέψη για κάποιους είναι ανακουφιστική. Είναι όμως βέβαιο ότι αντιλαμβάνονται το περιεχόμενο και τις προεκτάσεις αυτού που εύχονται;</p>
<p>Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη στη Marfin το μεσημέρι της 5/5/2010. Γνωρίζουμε όμως, ότι την ώρα που ακούσαμε τη τραγική είδηση, κανείς από τον περίγυρό μας δεν ήταν σε θέση να πει πως αποκλείεται να έγινε αυτό που οι εισαγγελείς των ΜΜΕ ανακοίνωναν! Και αυτό είναι επίσης τραγικό.</p>
<p>Γιατί αν με την πρακτική μας δεν καθιστούμε ολοφάνερα αδιανόητο (και πρώτα απ’ όλα σε εμάς τους ίδιους) κάτι τέτοιο να προήλθε από άτομα που κινούνται στον ίδιο χώρο με εμάς, τότε έχουμε ήδη ανοίξει το δρόμο ώστε να συμβαίνουν τραγωδίες (από φονική ανευθυνότητα, από διεστραμμένη μοχθηρία ή από δόλιο σχεδιασμό).</p>
<p>Σε μια γενικευμένη εξέγερση υπάρχουν ανεξέλεγκτοι νεκροί, έγινε στο Λος Άντζελες, έγινε στην Αργεντινή. Κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ να αποδώσει σε κάποιο οργανωμένο πολιτικό ρεύμα αμφισβήτησης τους θανάτους αυτούς.</p>
<p>Το γεγονός ότι οι 3 δολοφονημένοι της Marfin χρεώνονται στην αναρχία δείχνει σίγουρα μεγάλες ευθύνες. Ποιος μπορεί να αγνοήσει την ανοχή σε πρωτοποριακές λογικές και στην περιφρόνηση της ζωής; Δεν πα να λες ότι οι έμπειροι αναρχικοί τόσα χρόνια, τόσες τράπεζες έχουν κάψει, και ότι κανένας δεν κινδύνευσε… Δεν πα να λες ότι φταίει ο Βγενόπουλος που υποχρέωσε τους εργαζόμενους να μείνουν στην τράπεζα, που δεν είχε πυρασφάλεια κλπ</p>
<p>Η ευθύνη δεν φεύγει από πάνω σου.</p>
<p>Αν υπάρχουν έστω και ελάχιστα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί και φτάνουν στην ανευθυνότητα να πυρπολούν κτήρια με κόσμο μέσα, κάπως έχει καλλιεργηθεί αυτή η ανευθυνότητα.</p>
<p>Αν, ακόμα χειρότερα, έχεις στρώσει το δρόμο ώστε να συμβεί η μεγαλύτερη μεταπολεμική προβοκάτσια στην ελλάδα, τότε οι μακροπρόθεσμες συνέπειες ξεπερνούν και την τραγωδία των 3 δολοφονημένων.</p>
<p>Και η απάντηση δεν είναι οι διαμαρτυρίες ότι «ο εχθρός είναι αδίστακτος». Ξέρουμε και την Piazza Fontana στο Μιλάνο και τη Scala στη Βαρκελώνη.</p>
<p>Η απάντηση είναι η αναδυόμενη πολυπληθής αντιπολίτευση που ριζώνει σε όλους τους κοινωνικούς χώρους και πανελλαδικά, με επίμονη και κοπιαστική δουλειά, με συντροφικότητα, αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη. Η απάντηση είναι ο αγώνας για τη ζωή, όχι για τον θάνατο.</p>
<p><strong><em>Εκδόσεις-περιοδικό Πανοπτικόν, Εκδόσεις των Ξένων, Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, Εκδόσεις Εξάρχεια, Μαύρο Πιπέρι του Ευβοϊκού, Περιοδικό Νυχτεγερσία</em></strong></p>
<p> </p>
<p><strong>3. Θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;</strong></p>
<p><strong> Θανάσης Τριαρίδης</strong></p>
<p>Μια μέρα μετά την κτηνώδη δολοφονία της Παρασκευής Ζούλια, της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου και του Επαμεινώντα Τσακάλη στον πρώτο όροφο της Τράπεζας Marfin, στην οδό Σταδίου, στην Αθήνα, το μεσημέρι της 5ης Μαΐου του 2010, και προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω το γεγονός ως σημείο της αλληλουχίας μιας πολύ μακρύτερης αλυσίδας γεγονότων, περίπου αντανακλαστικά (σχεδόν αυτιστικά – ή ακόμη και αμυντικά) παραπέμπω στο κείμενό μου με τίτλο «Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική» <a href="http://www.triaridis.gr/keimena/keimD065.htm">http://www.triaridis.gr/keimena/keimD065.htm</a>. Όταν το κείμενο αυτό (γραμμένο για το διαμελισμό του 15χρονου Χαμί Νατζάφι) δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα μου πριν από ένα μήνα, χρειάστηκε κάμποσες φορές να επιχειρηματολογήσω για πράγματα που τα λογάριαζα αυτονόητα από την πρώτη μου εφηβεία. Πως οποιαδήποτε πράξη συνειδητά βλάπτει το τρεμάμενο σώμα του άλλου δεν είναι «αγώνας για την ελευθερία» μα άσκηση σκλαβιάς και υποταγής. Πως ο τρόμος είναι πολιτικό εργαλείο του φασισμού. Πως όσοι φτιάχνουν βόμβες για να διαμελίσουν, να κάψουν ή να χουγιάξουν ανθρώπους είναι φονιάδες. Πως όσοι ασκούν συνειδητά πολιτική βία είναι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί. Πως η ανοχή και η σιωπή μας απέναντι στην πολιτική βία και τον τρόμο που σπέρνει είναι συνενοχή.</p>
<p>Γυρεύοντας (εξακολουθητικά) την ενδεχόμενη αντιπρόταση σε τούτη τη βία και την απανθρωπιά της παραπέμπω και σε άλλα τρία κείμενα, γραμμένα κι αυτά μετά τον φόνο του Χαμί Νατζάφι – τα οποία ωστόσο μπορούν αν διαβαστούν και σήμερα, δίχως να αλλοιωθούν οι άξονές τους. Είναι τα κείμενα του Γιάννη Ευαγγέλου («Ο τυχαίος θάνατος του Χαμί Νατζάφι»), του Κυριάκου Αθανασιάδη («Εγώ είμαι ο Σπάρτακος») και του Παναγιώτη Παπαδόπουλου, γνωστότερου και ως Κάιν («Το αίμα μας δεν θα χυθεί για τα σκουπίδια σας») – όλα συγκεντρωμένα στην ιστοσελίδα των εκδόσεων διάπυροΝ: <a href="http://diapyron.com/category/www-diapyron-comtexts/">http://diapyron.com/category/www-diapyron-comtexts/</a></p>
<p>Κάπου εδώ κάποιος, ίσως εύλογα, θα αναρωτηθεί: μπορούν τα κείμενα να σταματήσουν το θάνατο που απλώνει; Τι αξία έχει να τοποθετείται κανείς, όταν τα χέρια του είναι δεμένα, όταν είναι ανήμπορος να σταθεί απέναντί στην ισχύ της βίας, όταν τα λόγια του μοιάζουν με σκόνη στον άνεμο;</p>
<p>Αξίζει να σκεφτεί κανείς μιαν απάντηση: είναι στ’ αλήθεια τα λόγια σκόνη στον άνεμο; στ’ αλήθεια η βία λόγω της φύσης της θα υπερισχύει κάθε προσπάθειας για ανθρωπιά;</p>
<p>Καταγράφω τη σκέψη μου: Είναι προφανέστατο πως η πολιτική βία, όχι μόνο δε θα σταματήσει, αλλά θα πολλαπλασιαστεί – θα ανατροφοδοτείται από τη θεσμοθετημένη βία, την προγραμματική αμορφωσιά, την κρατική καταστολή και κτηνωδία, την κοινωνική αδικία, από τη φτώχεια, την υπαρξιακή σύγχυση και τον διάσπαρτο τρόμο. Κι άλλοι νεκροί θα υπάρξουν, θύματα δολοφόνων που πιστεύουν πως έχουν το δικαίωμα να υπογραμμίζουν τις απόψεις τους με το αίμα των άλλων. Οι ιερουργοί της πολιτικής βίας θα επιμένουν πως έτσι πολεμούν το «σύστημα», θα λένε πως η βία τους είναι «αντι-συστημική» (δίχως φυσικά να γνωρίζουν καν τι σημαίνει η λέξη – ούτε ποιος και πώς την εισηγήθηκε), θα διατρανώσουν πως όσοι εναντιώνονται στην κτηνωδία τους είναι «δεκανίκια του συστήματος». Στον συγκεχυμένο κόσμο του τρόμου τους (όπου η αμάθεια θεωρείται αρετή, η βία ανδρεία και το κάψιμο ανθρώπων αγώνας), το «σύστημα», όπως το ορίζουν στο φαντασιακό τους, είναι το τέρας που τους μοιάζει απελπιστικά. Αυτοί οι ίδιοι είναι ζωτικά κομμάτια ετούτου του συστήματος: το υποστηρίζουν, το αναπαράγουν, το ανατροφοδοτούν, το ζωογονούν. Ο τρόμος και ο θάνατος που σκορπούνε είναι μια βαθιά συστημική επιβεβαίωση.</p>
<p>Μα οι υπόλοιποι (όσοι δεν πιστεύουμε στη βία, όσοι δε θρησκευόμαστε με αυτήν) τι θα κάνουμε; Θα μείνουμε να βλέπουμε μια ακόμη δοξολογία του επικείμενου φόνου να γίνεται συνήθεια, συγκατάβαση, κοινωνικός θεσμός; Πέρα από την όποια οπτική μας για τη ζωή, πέρα από την όποια ιδεολογία μας, πέρα από τις προφανείς ή δυσδιάκριτες διαφορές μας (που εντέλει δίνουν περιεχόμενο στη ζωή), δε θα εκφράσουμε καθαρά και ρητά την αντίθεσή μας σε τούτη την πολιτική βία; Θα προσκυνήσουμε το τέρας επειδή μάς μοιάζει; Θα γίνουμε συνένοχοι διά της σιωπής μας, διά της εκκωφαντικής μας μούγγας; Θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;</p>
<p>Το ερώτημα είναι ανοιχτό για τον καθένα μας – και στον κόσμο τής διαρκώς ερχόμενης βίας ποτέ δεν είναι αργά: ελπίζω τώρα να μιλήσουν λίγο περισσότεροι, να τοποθετηθούν ενάντια στους λογής διαβαθμίσεων νεοναζί, να αντισταθούν στη φονική σιωπή μας, στην παναθεματισμένη μούγγα μας… Το λέω ειλικρινά: ελπίζω να μη φοβηθούν το τέρας και να μιλήσουν.</p>
<p>Ωστόσο, μπορεί κανείς να σκεφτεί πως το πιο πάνω ερώτημα (θα τους φοβηθούμε επειδή σκοτώνουν;) είναι υπερβολικά γενικό για τα μέτρα του – πως θα ήθελε ένα ερώτημα ειδικό, προσωπικό, έξω από σχήματα κοινωνικής ευθύνης και μουγγής συνενοχής. Παρόλο που θεωρώ πως κάθε ερώτημα είναι προσωπικό (και κυρίως το ερώτημα για το πότε σιωπά κανείς, πότε φοβάται και πότε μιλά), θα επιχειρήσω να συμμεριστώ τη σκέψη ετούτου του φανταστικού αναγνώστη – θα προσπαθήσω να σχηματίσω ένα ερώτημα προσωπικότερο, δικό του&#8230;</p>
<p>Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, μία από τους τρεις καμένους, ήταν έγκυος τεσσάρων μηνών. Μονομιάς όλοι παρατηρήσαμε πως γεννήθηκε ένα ζήτημα εκφραστικής ορθότητας: μιλάμε για τρεις ή για τέσσερις νεκρούς; Άραγε ήτανε ένας ακόμη νεκρός το αγέννητο μωρό – ή μήπως όχι; Τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε γι’ αυτό; Θα ήταν αγόρι ή κορίτσι, θα έπαιζε τα παιδικά καλοκαίρια του στη θάλασσα, θα ανέβαινε στη νεροτσουλήθρα του Λούνα Παρκ, θα έβγαζε τις πίστες στο Nintendo; Θα πήγαινε στο γήπεδο, θα ήταν καλή ή μέτρια μαθήτρια, θα κάπνιζε στα κρυφά στις τουαλέτες του σχολείου; Θα γινόταν μπασκετμπολίστας, μαθηματικός, δασκάλα, νοσοκόμα, κομμώτρια; Αν πέρναγε στο πανεπιστήμιο, θα ήταν σπασίκλας ή θα έκανε συνελεύσεις στα γρασίδια; Θα ερωτευόταν, θα απελπιζόταν από έρωτα, θα έκανε δικά του (ή δικά της) παιδιά; Θα περνούσε τις νύχτες του ακούγοντας το Παπάκι του Άσιμου ή θα χόρευε το Greenfields σώμα με σώμα; Άραγε, πριν να γεράσει, θα πρόφταινε να δακρύσει έστω σε ένα δειλινό ακούγοντας τη Σερενάτα του Σούμπερτ;</p>
<p>Οι υποθέσεις μπορούν να συνεχιστούν, σαν κήπος με διακλαδωτά μονοπάτια. Ωστόσο το προσωπικό ερώτημα θαρρώ πως έχει ήδη αναδυθεί – κι ο φανταστικός αναγνώστης το επιλέγει εφόσον το θέλει και το απαντάει μόνος του:</p>
<p>Σε συνδέει κάτι με εκείνο το νεκρό έμβρυο της 5ης Μαΐου του 2010; Είναι δική σου απώλεια το αγέννητο παιδί που κάηκε μες στην κοιλιά της μάνας του στον πρώτο όροφο της Marfin;</p>
<p><strong> </strong><strong> </strong></p>
<p>Θ. Τ. – 06.5.2010</p>
<p><a href="http://www.triaridis.gr/keimena/keimD067.htm">http://www.triaridis.gr/keimena/keimD067.htm</a></p>
<p> </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/marfin/">3 κείμενα για τους νεκρούς της Marfin</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/marfin/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Η λογοτεχνία των Ελλήνων νεοφασιστών. Γράφουμε και δέρνουμε</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd-%ce%bd%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b1%cf%83%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8e%ce%bd/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25b7-%25ce%25bb%25ce%25bf%25ce%25b3%25ce%25bf%25cf%2584%25ce%25b5%25cf%2587%25ce%25bd%25ce%25af%25ce%25b1-%25cf%2584%25cf%2589%25ce%25bd-%25ce%25b5%25ce%25bb%25ce%25bb%25ce%25ae%25ce%25bd%25cf%2589%25ce%25bd-%25ce%25bd%25ce%25b5%25ce%25bf%25cf%2586%25ce%25b1%25cf%2583%25ce%25b9%25cf%2583%25cf%2584%25cf%258e%25ce%25bd</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd-%ce%bd%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b1%cf%83%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8e%ce%bd/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 06:00:20 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=958</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΝΕΟΦΑΣΙΣΤΩΝΗ Νέα &#8220;Στρατευμένη&#8221; ΤέχνηΓράφουμε και δέρνουμε Ποιος είπε ότι οι έλληνες νεοναζιστές ξέρουν μόνο να δέρνουν; Απ&#8217; ό,τι φαίνεται, οι χρυσαυγίτες και λοιποί ομοϊδεάτες τους έχουν και άλλα ταλέντα που&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd-%ce%bd%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b1%cf%83%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8e%ce%bd/">Η λογοτεχνία των Ελλήνων νεοφασιστών. Γράφουμε και δέρνουμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΝΕΟΦΑΣΙΣΤΩΝ</strong><br /><strong>Η Νέα &#8220;Στρατευμένη&#8221; Τέχνη</strong><br /><strong>Γράφουμε και δέρνουμε</strong> </p>
<p>Ποιος είπε ότι οι έλληνες νεοναζιστές ξέρουν μόνο να δέρνουν; Απ&#8217; ό,τι φαίνεται, οι χρυσαυγίτες και λοιποί ομοϊδεάτες τους έχουν και άλλα ταλέντα που έρχονται να συμπληρώσουν αρμονικά τις κεντρικές δραστηριότητές τους. Η λογοτεχνία, για παράδειγμα, μοιάζει να τους απασχολεί συστηματικά, τόσο ως ανάγνωσμα όσο και ως πρωτότυπη δημιουργία. Οι ίδιοι πιστεύουν ότι ανδρώνεται έτσι μια νέα γενιά ρωμαλέων λογοτεχνών που εκπαιδεύεται να μεταφέρει στο χαρτί τα συναισθήματα που τις υπόλοιπες ώρες εκτονώνει με πειθώ στο πεζοδρόμιο. Πρόκειται για μια παραλογοτεχνία εσωτερικής κατανάλωσης, καθώς δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε ότι μπορεί να βρεθεί έστω και ένας μη στρατευμένος αναγνώστης που κατάφερε να διαβάσει μέχρι τέλους κάποιο από αυτά τα κείμενα. Υπάρχει, ωστόσο, και μια ενδιαφέρουσα πτυχή στην όλη υπόθεση: οι λογοτεχνίζουσες δοκιμές των νεοναζιστών έχουν να μαρτυρήσουν πολλά για την ψυχοπαθολογική προσωπικότητα των συγγραφέων τους.</p>
<p>  <span id="more-958"></span>  </p>
<p>Πρώτος και καλύτερος ανάμεσα στους νεοναζιστές λογοτέχνες ο Αντώνιος Ανδρουτσόπουλος, επί το καλλιτεχνικότερον Περίανδρος ή Πέρι Ντρούτσα, ο χρυσαυγίτης που καταζητείται για τον σοβαρό τραυματισμό των τριών φοιτητών στα δικαστήρια της οδού Ευελπίδων τον περασμένο Ιούνιο. Μπορεί να παραμένει άγνωστος στο ευρύ κοινό, στους κύκλους του, ωστόσο, ο καταζητούμενος παρά τρίχα δολοφόνος περνάει για φτασμένος πεζογράφος. Ετσι, ενώ ο ίδιος συνεχίζει να κρύβεται -γεγονός που πολύ φοβούμαστε πως του επιτρέπει να αφιερώνει περισσότερο χρόνο στο γράψιμο-, η Χρυσή Αυγή δεν παραλείπει να κρατά ζωντανή την παρουσία του παλικαρά της: &#8220;Η σκέψη και η καρδιά μας είναι μαζί με τον Συναγωνιστή Περίανδρο&#8221;, ανέφερε το νεολαιίστικο περιοδικό της οργάνωσης &#8220;Αντεπίθεση&#8221; (Δεκ. 1998), παρουσιάζοντας ένα ακόμη διήγημα του αγνώστου διαμονής φυγάδα.</p>
<p>Δεν πάει πολύς καιρός που το περιοδικό &#8220;Χρυσή Αυγή&#8221; (16/11/1998) δημοσίευσε ένα άλλο διήγημα του Ανδρουτσόπουλου με τίτλο &#8220;Ο σαλπιγχτής (sic) του υπογείου&#8221;, καταπέλτη κι αυτό κατά της σαπίλας του σημερινού κοινοβουλευτικού καθεστώτος: Μια αποπνικτική αυγουστιάτικη νύχτα, ο επικεφαλής της λογοκρισίας του υπουργείου Εξωτερικών και υφιστάμενος του υφυπουργού Ροζάκη, λογοκρίνει με τη βοήθεια συναδέλφου του του υπουργείου Πολιτισμού τα πιο σημαντικά έργα για τη μικρασιατική καταστροφή, κρίνοντάς τα φιλοπόλεμα, εθνικιστικά, αντισημιτικά και μισαλλόδοξα. Είναι η επέτειος του &#8217;22, και κάτω στο δρόμο διαδηλώνουν με τα λάβαρά τους οι χρυσαυγίτες, οι μόνοι που αρνούνται να ξεπουλήσουν την εθνική ιστορία του τόπου τους. Την ίδια στιγμή νεκρανασταίνεται και ένας σαλπιγκτής που είχε σκοτωθεί στη Μικρασία και τα οστά του είχαν μεταφερθεί από τον διοικητή του Μανιαδάκη και βρίσκονταν από χρόνια σε ένα σεντούκι στο υπόγειο του υπουργείου. Ξυπνά, που λέτε ο σαλπιγκτής, παίζει λίγο το όργανό του, εμφανίζεται στον διευθυντή της λογοκρισίας και αυτός πεθαίνει από τον τρόμο του &#8211; και τις ενοχές του.</p>
<p>Δυνατό και διδακτικό το διήγημα, αλλά δεν πιάνει μπάζα μπροστά στο βασικό έργο του καταζητούμενου συγγραφέα. Ο λόγος για το μυθιστόρημα &#8220;Το μυστικό του κοχυλιού&#8221; που κυκλοφόρησε στα 1996 από τις εκδόσεις &#8220;Ηλιοφόρος&#8221; με εξώφυλλο μια πολυσήμαντη εικαστική σύνθεση (μουστάκια/νεκροκεφαλή, ήλιος/αίμα, κ.ο.κ.) του Χ. Κουσουμβρή, ενός ακόμη καλλιτέχνη της παρέας. Το βιβλίο χαιρετίστηκε από την κριτικό της &#8220;Χρυσής Αυγής&#8221; Ε. Χ. Παππά ως συμβολή στην αναγέννηση του ελληνικού ιστορικού μυθιστορήματος, δυναμική απάντηση στον Λουντέμη και τη Ζέη, τον Σαχτούρη και τον Αναγνωστάκη και, γενικά, στην μπολσεβικική μάστιγα που μετέτρεψε τους ήρωες της Ελλάδας από τον Μεγαλέξανδρο έως τον Κολοκοτρώνη σε ασελγείς, μέθυσους, αήθεις τυχοδιώκτες, βάναυσους, έκφυλους και, προφανώς, κίναιδους (15-20/3/96). Μεγαλύτερο, ωστόσο, ενδιαφέρον έχει η παρουσίαση του μυθιστορήματος από τον ίδιο τον φίρερ της Χρυσής Αυγής: &#8220;το Αίμα, η Φυλή και ο Αιώνιος Ελληνικός Πολιτισμός&#8221; είναι το μοναδικό κριτήριο του έργου κατά τον Ν. Μιχαλολιάκο, ο οποίος δίνει στον αναγνώστη και το ερμηνευτικό κλειδί για να προσεγγίσει τη &#8220;λογοτεχνία&#8221; αυτού του είδους. &#8220;Το έργο του Περίανδρου&#8221;, εξηγεί ο αρχηγός, &#8220;δεν είναι έργο ενός χαμένου στα βιβλία χαρτοπόντικα, αλλά ενός ανθρώπου που επιδιώκει να βιώσει τις ιδέες του&#8221; (29/3 &#8211; 3/4 1996).</p>
<p>Ποιες είναι, όμως, οι ιδέες που επιδιώκει να βιώσει ο καταζητούμενος χρυσαυγίτης με τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες; Αξίζει να ξεκινήσουμε με την προμετωπίδα του βιβλίου, ένα απόφθεγμα που ο συγγραφέας αποδίδει στον τρισπάππο του Πάνο Ντρούτσα. Έλεγε, λοιπόν, ο παππούς: &#8220;Θα &#8216;θελα να ζω τριακόσια χρόνια. Εκατό χρόνια να σκοτώνω παλιανθρώπους. Εκατό χρόνια να κάμω φυλακή, κι εκατό χρόνια να γλεντάω&#8221;. Άξιος ο πρόγονος, αλλά και το τρισέγγονο δεν πάει πίσω: ρουθούνι αλλόφυλου, αλλόθρησκου και γενικώς άλλου δεν μένει στις διακόσιες σελίδες του μυθιστορήματός του. &#8220;Να μη μείνει κανείς ζωντανός! Οτιδήποτε στον Έσπερο δεν μιλά, δεν κινείται και δεν μυρίζει σαν Έλληνας να γίνει στάχτη&#8221;, δίνει κάποια στιγμή το πρόσταγμα ο ήρωας του έργου (σ. 179). Πρόκειται για τον πειρατή Ομάρ Γιουνάνκουρτ με το γάντζο στη θέση του ενός χεριού που από τη στιγμή που ανακαλύπτει την ελληνική εθνική του συνείδηση μεταμορφώνεται σε θηρίο ανήμερο, συνεχίζοντας να πολεμά με το κορμί του τρυπημένο από βέλη και μαχαίρια (σ. 174). Βρισκόμαστε στον 15ο αιώνα, λίγο πριν από την Άλωση, και οι λίγοι συνειδητοί Έλληνες που κρατούν άσβεστο το φως του αρχαιοελληνικού πολιτισμού στη Λυκία της Μικρασίας τα βάζουν με τους πάντες: Τούρκους, Δυτικούς, ριψάσπιδες Βυζαντινούς, κυρίως όμως Εβραίους, τα μιάσματα που βρίσκονται πίσω από κάθε ανθελληνική συνωμοσία.</p>
<p>Πολεμικό το μυθιστόρημα, διαπνέεται από ένα αντρίκιο μένος που δεν αφήνει χώρο για γυναικείες μορφές στις σελίδες του. Καθώς λοιπόν οι γυναίκες περιττεύουν στη συγκεκριμένη κουλτούρα, ένας λανθάνων ερωτισμός μεταξύ ανδρών προκύπτει κατά κύριο λόγο τις στιγμές που η βία &#8220;ξεχύνεται στο πεδίο της μάχης ολόγυμνη και προκλητική&#8221; (σ. 178). Εκεί, ωστόσο, που ο χρυσαυγίτης συγγραφέας βρίσκει την κορύφωσή του, είναι η στιγμή που ο αφυπνισμένος Έλληνας τελειώνει μια και καλή με τον Εβραίο εχθρό του έθνους, υπεύθυνο εκτός των άλλων και για τον προσωπικό του ακρωτηριασμό: &#8220;Ο Ομάρ σήκωσε το δεξί του χέρι και κτύπησε το ραβίνο στο στήθος. Ο πειρατικός του γάντζος τρύπησε ελαφρά τη σάρκα του Σαμπεθάι που κρεμάστηκε πάνω του και ούρλιαξε σαν τρελός. [&#8230;] Ο γάντζος βρήκε το κόκαλό του κι εισχώρησε βίαια. [&#8230;] Ο Ομάρ Γιουνάνκουρτ πίεσε το γάντζο δυνατά προς τα μέσα και το αίμα έβρεξε το ιερατικό ένδυμα του ραβίνου&#8230; Η καρδιά του Σαμπεθάι γαντζώθηκε στο χέρι του σχεδόν ζωντανή και κατακόκκινη. Την πέταξε με μανία στα τοιχώματα της Συναγωγής που τα ράντισε μ&#8217; ένα χρώμα καυτής ζεματιστής πορφύρας. Απ&#8217; τα στήθια του ξεπήδησε μια επιθανάτια πολεμική κραυγή. Ξύπνησε απ&#8217; την αιμοβόρα του έκσταση μ&#8217; έναν πάταγο απ&#8217; τα σπασμένα ξύλα της θύρας και στη στιγμή αντίκρισε τους θηριώδεις μαύρους φρουρούς που εισχωρούσαν ορμητικά στην αίθουσα με τα στόματα αφρισμένα και τα γιαταγάνια στον αέρα.[&#8230;] Η λόγχη του Ομάρ διέγραψε μια καμπύλη τροχιά κι έσκισε σε δύο κομμάτια το προτεταμένο καρύδι του λαιμού του νέγρου που σωριάστηκε στο πάτωμα νεκρός&#8221; (σ. 153-4).</p>
<p>Καρδιές Εβραίων, καρύδια Μαύρων: Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στα Άπαντα του καταζητούμενου Περίανδρου για να αντιληφθούμε ποιες είναι οι φαντασιώσεις που εμπνέουν τη χρυσαυγίτικη συμμορία και καθοδηγούν τη δράση της. Κι αν δεν μπορούν να πολεμήσουν με τη λόγχη του βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα όπως το πρότυπό τους, ο αρρενωπός Ομάρ Γιουνάνκουρτ, τη δουλειά την κάνουν και με τα παλούκια της οδού Ευελπίδων. Από την άποψη αυτή, οι λογοτεχνικές τους επιδόσεις μπορούν να φανούν χρήσιμες: όχι μόνο στους ψυχιάτρους, αλλά και στους ανακριτές</p>
<p>Οι σαρκικές απολαύσεις του εθνικισμού</p>
<p>&#8220;Οι πονηροί ποτέ δεν αγαπούν, ωστόσο κάνουν τους ερωτευμένους. Τεράστια διαφορά τους χωρίζει απ&#8217; την πραγματική αγάπη δυο ετεροφύλων, που διέπονται από μια υψηλή κοινωνία αναβλύζουσα από την πνευματοψυχοσύνθεση της Θείας αγάπης, μητρός της ευτυχίας. Αυτοί είναι ξένοι σ&#8217; αυτή την αγάπη. Αυτοί διέπονται απ&#8217; την ηδονικοσαρκική έλξι ή ανάγκη, που σβήνει με τον κορεσμό ή τα γεράματα. Γι&#8217; αυτό αντί αϋλους σαΐτας χρησιμοποιούν για να πετύχουν το σκοπό τους τρόπους που δημιουργούν ερεθισμό των ενφύτων [sic] εγωϊστικών τάσεων ήτοι της ζήλειας και της φιλοδοξίας του ατόμου&#8221;.</p>
<p>Το παραπάνω απόσπασμα δεν προέρχονται από κάποιο παρεκκλησιαστικό έντυπο, αλλά από το μυθιστόρημα ενός επώνυμου αστέρα του εγχώριου φασισμού. Σχεδόν ξεχασμένος πια, ο συγγραφέας του, Φραγκίσκος Παπαγεωργίου (γνωστότερος ως &#8220;Φράνκι&#8221;), στις αρχές της δεκαετίας μας ήταν κάτι παραπάνω από ένας απλός κομπάρσος της εθνικής ανάτασης των ημερών. Ηγέτης της οργάνωσης &#8220;Εθνική Σταυροφορία&#8221;, μηνυτής των &#8220;αντεθνικών στοιχείων&#8221; που αμφισβητούσαν την πληθυσμιακή ομοιογένεια της Μακεδονίας μας, αλλά και τακτικός επιδρομέας μαζί με τους μπράβους του στα δικαστήρια της Ευελπίδων όποτε εκδικάζονταν τέτοιες υποθέσεις, μπορεί να θεωρηθεί μια από τις αντιπροσωπευτικές μορφές της περιόδου. Ελάχιστοι είχαν δείξει άλλωστε τότε να ενοχλούνται από κάποιες άλλες πτυχές της πολυσχιδούς δραστηριότητάς του, όπως το γεγονός ότι ο επίδοξος προστάτης του έθνους ήταν ταυτόχρονα ιδιοκτήτης του πορνοκλάμπ &#8220;Venus&#8221;, καταδικασμένος επανειλημμένα επί μαστροπεία -τόσο στην περίφημη &#8220;δίκη της κότας&#8221; (12/2/82), που αφορούσε ένα φτηνό νούμερο κτηνοβασίας και live sex στο μαγαζί του, όσο και για κλασικό νταβατζιλίκι και άρνηση καταβολής δεδουλευμένων προς τις στριπτιτέζ του (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. &#8220;Ιός&#8221; 10/1 &amp; 12/12/93). Ευνόητη λοιπόν η έκπληξή μας, όταν το συγγραφικό του έργο μας αποκάλυψε κυριολεκτικά έναν άλλον άνθρωπο: θεοσεβούμενο, συνεσταλμένο, με μια βαθιά αίσθηση αλληλεγγύης προς τον πλησίον αλλά και απέραντη κατανόηση για της γης τους κολασμένους. Και, πάνω απ&#8217; όλα, έτοιμο να καταγγείλει τον αγριανθρωπισμό που κρύβουν μέσα τους οι επαγγελματίες του πατριωτισμού και της εθνικοφροσύνης!</p>
<p>Το βιβλίο τιτλοφορείται &#8220;Άχθος Αρούρης&#8221; (για την ακρίβεια: &#8220;Ahthos Arouris&#8221;) και διακρίνεται για την πλούσια πλοκή του. Ο Πειραιώτης Νίκος Μαργαρίτης χάνει σε εφηβική ηλικία τη μητέρα και το μικρό αδερφό του στο βομβαρδισμό του Πειραιά από τους Ιταλούς · προσχωρεί στην Εθνική Αντίσταση και διαπρέπει ως Ελασίτης, διαφωνεί όμως με το &#8220;παιδομάζωμα&#8221; και επιστρέφει στη σωστή αγκαλιά της πατρίδας · πιάνει δουλειά, γνωρίζει τη γυναίκα της ζωής του κι ετοιμάζεται να νοικοκυρευτεί, όταν κατά διαβολική σύμπτωση συλλαμβάνεται ενώ ξεπλένεται από τα αίματα μιας συναδέλφου που του &#8220;κολλούσε&#8221; και βρέθηκε φρεσκοδολοφονημένη στο σπίτι του! Καταδικάζεται σε 20χρονη κάθειρξη, δραπετεύει, αλλά καθ&#8217; οδόν σώζει από ένα φλεγόμενο σπίτι το παιδί του εισαγγελέα της δίκης του, ταυτίζοντάς το με το χαμένο αδερφάκι του. Τελικά ο πραγματικός δολοφόνος της κοπέλας αποκαλύπτεται και ο πρωταγωνιστής αποδίδεται ξανά άσπιλος στην κοινωνία, έχοντας στο μεταξύ ανακαλύψει πως ο εν λόγω εισαγγελέας είναι στην πραγματικότητα ο χαμένος του αδελφός. Τύφλα νάχει ο Φώσκολος&#8230;</p>
<p>Σύμφωνα με τον ίδιο τον &#8220;Φράνκι&#8221;, το βιβλίο του είναι ένα &#8220;παγκοσμίως μοναδικό πόνημα, που οριοθέτησε την πτώση του κομμουνισμού πριν 27 έτη και πρόβλεψε το δημογραφικό πρόβλημα που προέκυψε στην Ευρώπη μετά από αυτή&#8221;. Η έπαρση αυτή αντλείται προφανώς από μια χιλιαστική ενόραση της κεντρικής φυσιογνωμίας του μυθιστορήματος, για το επικείμενο τέλος του άθεου σοβιετικού μοντέλου: &#8220;Τι μπορεί κανείς να περιμένη από μια ιδεολογία που ισχυρίζεται ότι προσφέρει τις υπηρεσίες της στον φτωχό εργάτη, μα σαν αναγκαία προϋπόθεση θέτει την δολοφονία του Ιησού Χριστού, του μοναδικού πραγματικού πατέρα του εργαζόμενου φτωχού; (&#8230;) Ας μάθουν λοιπόν οι προσωρινοί δραπέτες της κολάσεως, τα θηρία της αποκαλύψεως, ότι θέλουν δε θέλουν φτάνει η μέρα της μισθαποδοσίας τους και της αναστάσεως του Ρωσικού λαού. Σας το λέω και μην εκπλαγείτε εάν αυτό γίνει πριν το έτος 2.000&#8221; (σ.61- 2). Οσο για το δημογραφικό πρόβλημα, ούτε φωνή ούτε ακρόαση στις 144 σελίδες του βιβλίου. Εκτός και αν με αυτό υπονοείται η διαχρονική αυτοσυγκράτηση του Νίκου Μαργαρίτη σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορηματικού χρόνου, παρά τους αλλεπάλληλους πειρασμούς που τον περιτριγυρίζουν. Τυπικό δείγμα: &#8220;Ηταν μια απ&#8217; τις μαγεμένες βραδιές του Σαρωνικού, που μαλακώνουν με τα γλυκά τους χάδια και τις πιο σκληρές καρδιές και κάνουν τους ερωτευμένους να αισθάνονται τη φλόγα του πόθου να τους κυριεύη ζηλότυπα για να γκρεμίση το κρυστάλλινο παλάτι της αγνότητος, και να λερώση για πάντα, με την επιθυμία σαρκικών απολαύσεων, τον πνευματικόν μανδύα του ιδεολόγου&#8221; (σ.80).</p>
<p>Προχωρημένες ευαισθησίες για μαστροπό, έστω κι εθνικόφρονα. Πόσο μάλλον όταν, λίγο πιο πριν (σ.76), φτάνει να αναρωτηθεί μεγαλόφωνα για τις φαντασιώσεις και τα έργα του ίδιου και των ομοϊδεατών του: &#8220;Πώς μπορούμε να σκοτώσουμε, να διαμελίσουμε, να εξαφανίσουμε, να ακρωτηριάσουμε, να εγκληματίσουμε φορώντας τον αγιάζοντα τα μέσα μανδύα του πατριωτισμού, που σκεπάζει όλα τα κακόβουλα εγκληματικά δαιμόνια, όσα κρύβει μέσα της η διεστραμμένη ψυχή μας;&#8221;</p>
<p>Η χούφτα των αγωνιστών</p>
<p>Αν πιστέψουμε τον προλογίζοντα &#8220;διδάκτορα πολιτικών επιστημών πανεπιστημίου Νεαπόλεως&#8221; Σπ. Λ. Σταθόπουλο, το βιβλίο του ομοϊδεάτη του Θεοδώρου Καραμπέτσου &#8220;Οι αντιδραστικοί&#8221; (ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ, 1988) επρόκειτο &#8220;να βγάλει στην επιφάνεια το μεγαλείο μιας χούφτας εθνικιστών αγωνιστών σ&#8217; έναν πολιτικά αφιλόξενο γι&#8217; αυτούς χώρο, όπως η Ιταλία της δεκαετίας 1965-75&#8221;. Παρόμοια προσδοκία δημιουργεί και η ολοσέλιδη βιβλιοπαρουσίαση του ίδιου πονήματος από τη λεπενική φυλλάδα &#8220;21ος Αιών&#8221; (16/6/1996)&#8221; για &#8220;το αγωνιστικό, ιδεολογικό, συγγραφικό και φιλοσοφικό εθνικό έργο του αγνού θαρραλέου αγωνιστού.[&#8230;] Ανιδιοτελείς είναι οι αγώνες του εκλεκτού επιστήμονος (σ.σ είναι κτηνίατρος, δεκαετούς φοιτήσεως στην Ιταλία), διανοουμένου, ιδεολόγου. Εχει θέσει την τεράστια μόρφωσή του στην υπηρεσία της Ελληνοχριστιανικής Εθνικής Κοινωνικής Φιλοσοφίας&#8221;, γράφει ο &#8220;βιβλιοκριτικός&#8221; καθηγητής Χαρακάκος.</p>
<p>Απογοητευτικό το αποτέλεσμα. Ο Καραμπέτσος (μόνιμος χρονογράφος, σήμερα, της &#8220;Χρυσής Αυγής&#8221;) στην πραγματικότητα αυτοαγιογραφείται και αυτοοικτίρεται για τη χαμένη του νιότη στην υπηρεσία της &#8220;21ης Απριλίου&#8221; και την αποτυχημένη διαδρομή του σ&#8217; όλο σχεδόν το φάσμα των &#8220;εθνικών φοιτητικών σωματείων&#8221; της χούντας και των μεταπολιτευτικών νεοφασιστικών οργανώσεων και εντύπων. Στην ουσία σκαρώνει μια πολιτική φαντασίωση τύπου Ζεράρ ντε Βιλιέ, στην οποία -όπως κάθε μεγαλομανιακός- υποτίθεται ότι καταδιώκεται, έως εξοντώσεως, από μυστικές υπηρεσίες Ανατολής και Δύσης -προδομένος από τους δικούς του. Τόσο σπουδαίος θα ήθελε να γίνει. Παίζει τον Νίτσε στα δάκτυλα, συγκρούεται με τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, τον σιωνισμό, είναι πανάξιος εραστής κομμουνιστριών καλλονών, για να βιώσει δραματικά το τέλος της Μεγάλης Ιδέας του με την Κύπρο και την κατάρρευση των πραξικοπηματιών το 1974. Τότε που το ίνδαλμά του, ένας αξιωματούχος των Απριλιανών, φτάνει στα όρια της τρέλας, επειδή τον παράτησε η γκόμενα και ο ίδιος παραπαίει στην αγκαλιά μιας ακόμα προοδευτικής: &#8220;Αν ήταν ο Παπαδόπουλος, ίσως να ξέφευγε απ&#8217; την παγίδα. Κι αν η κίνηση του Ιωαννίδη μας απέφερε την πολυπόθητη Ενωση; Ηταν αδύνατο, μ&#8217; όλα τούτα τα ντόπια και ξένα κοράκια! Πού είναι οι εθελοντές; Είναι δυνατόν οι Εθνικιστές να κάθονται ξαπλωμένοι και να τους χαϊδεύουν τ&#8217; αρχίδια, την ώρα που η Κύπρος χαροπαλεύει; Τι τάχουμε τ&#8217; αρχίδια; Μόνο για να τα κρατά στη χούφτα της κάποια Γαλλίδα ή οποιαδήποτε άλλη;&#8221; (σελ. 119).</p>
<p>Ο νοσταλγός του Ζιγκφρίδου</p>
<p>Την πρώτη θέση στο &#8220;Πάνθεον&#8221; των νεοναζιστών της μεταπολίτευσης με λογοτεχνικές ανησυχίες καταλαμβάνει χωρίς αμφιβολία ο Αριστοτέλης Καλέντζης. Μεταξύ βομβιστικών επιθέσεων, πολύκροτων δικών και πολύχρονων φυλακίσεων, ο Καλέντζης γράφει αδιάκοπα. Ο ίδιος τοποθετεί τον εαυτό του στην &#8220;κοσμοθεωρία της Λευκής Ομοφυλίας&#8221;, και για να μας πείσει τσιτάρει Χίτλερ, Γκέμπελς, Ντίτριχ και Ντιτς στην εισαγωγή του σημαντικότερου λογοτεχνικού του πονήματος (&#8220;Σε Σένα&#8221;).</p>
<p>Η ποίησή του είναι ηρωική, με αναφορές στην Αρχαία Ελλάδα, όπως αυτή κατανοήθηκε και μελετήθηκε από τους θεωρητικούς του εθνικοσοσιαλισμού. Αφιερώνεται στους &#8220;εθνικοκοινωνιστές συντρόφους της Βαυαρίας&#8221; και στους &#8220;φυλακισμένους ιταλούς συντρόφους του Ορντινε Νουόβο&#8221;. Το όραμα του συγγραφέα αποτυπώνεται σε αυτοσχέδια εμβατήρια που θρηνούν την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας: &#8220;Τεύτονες, μεγαλώνυμοι, δεν κύρτωσαν κι ας κλάψαν όταν ο Ηγέτης έπεσε κι εσίγησε ο Ζιγκφρίδος Τα δάχτυλα δεν ξέφυγαν καθόλου απ&#8217; τις σκανδάλες Μα Πίστη ορκιστήκανε στον Επερχόμενο Ανδρα.&#8221;</p>
<p>Τη γνώμη του για τη δημοκρατία τη διατυπώνει σε έμμετρη παρωδία του γνωστού ποιήματος του Νόβα, με αφιέρωση στους &#8220;300 της ουλής των Ελλήνων&#8221;: &#8220;Τα στήθια σου τα γάλατα γαργάλαγαν, γαργάλαγαν, γύρω απ&#8217; το Κολωνάκι Και τα δικά μας άρμεγαν σαν νάταν αγελαδινά με μπρίο και μεράκι Απ&#8217; το Λαό το μάζωχναν, με χέρια φουρναρόξυλα, τ&#8217; άοσμο παραδάκι Κι οι οπαδοί τους δέρνονταν στ&#8217; άχαρα πεζοδρόμια μπλεγμένοι στη φενάκη.&#8221;</p>
<p>Κύριο χαρακτηριστικό της γραφής του Καλέντζη η επιτηδευμένη καλλιέπεια, η σκόπιμη κατάχρηση αρχαϊσμών και λόγιων λέξεων, με πλήρη όμως υποταγή στους γραμματικούς κανόνες της δημοτικής. Χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα από το ακροτελεύτιο κείμενο του βιβλίου:</p>
<p>&#8220;Ετσι η συμβολή μου (ενδημικό κελάηδισμα στο τέναγος της πόλης) εκκαμινεύει τα ευρήματα της οψίγαμης σύζευξης της νεποτικής ενδοτικότητας με τις ωμοφάγες Αρπυιες της της νιόπλαστης μυθογραφίας. Σύντροφε σε Σένα θα &#8216;θελα να πρωταντηχήσω τα εύφωνα ευκληρήματα του Χείρωνα που, ώς τα σήμερα, εφηδύνουν ηπιόδωρα τους αλαλαγμούς της βακχικής πομπής των ζείδωρων Πριάπων.&#8221;</p>
<p>Και για όσους μένουν με την απορία, ο συγγραφέας παραθέτει στη συνέχεια το επεξηγηματικό τσιτάτο: &#8220;Ο φλογερός αγώνας μας πρέπει νάχει πλατειά αντικείμενα. Ενας ολάκερος πολιτισμός παλεύει για την ύπαρξή του κι ετούτος ο Πολιτισμός θα βαστάξει εκατομμύρια χρόνια γιατί θ&#8217; αγκαλιάσει και θα συνταιριάσει τον Ελληνισμό με το Γερμανισμό!&#8221; (Αντολφ Χίτλερ &#8220;Ο αγών μου&#8221;)</p>
<p>Από την άποψη αυτή, ο Αριστοτέλης Καλέντζης μπορεί να θεωρηθεί πρωτοπόρος. Υιοθέτησε, δηλαδή, από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας, τη λεγόμενη &#8220;λεξικογραφή&#8221;, δηλαδή τη συγγραφή κειμένων που απαιτούν από τον αναγνώστη (αλλά κυρίως το συγγραφέα) τη χρήση λεξικού, για την κατανόηση (ή τη σύνταξη) κάθε πρότασης. Αυτή η γραφή (και απαγγελία) έχει γίνει πολύ της μόδας στα σημερινά μέσα ενημέρωσης, ακόμα και τα ηλεκτρονικά. Ακούς ή διαβάζεις τη χειρότερη κοινοτοπία επενδυμένη με λέξεις ομηρικές. Ισως η &#8220;ελληνοπρέπεια&#8221; που αποπνέει αυτό το λεξιλόγιο να θεωρείται ικανό άλλοθι για τη διατύπωση οποιουδήποτε συλλογισμού, ακόμα και του πιο βάρβαρου ή του πιο κενού.</p>
<p>ΣΤΟ ΟΡΙΟ</p>
<p>Δεν τους αρκεί η χρήση αποσπασμάτων της νεοελληνικής γραμματείας που θεωρούν ότι εξυπηρετούν την ιδεολογία τους. Δεν τους φτάνει η επιλεκτική αναφορά σε έργα του Κωστή Παλαμά, του Ανδρέα Κάλβου, του Άγγελου Σικελιανού, του Καραγάτση κ.ο.κ. Οι έλληνες νεοναζιστές, λεπενικοί και λοιποί ακροδεξιοί στηρίζονται και στις δικές τους δυνάμεις, προτείνοντας κάποια δικά τους ποιητικά γυμνάσματα.</p>
<p>ΑΝΩΝΥΜΟΣ. &#8220;Οταν το μπλε βάφεται κόκκινο/ κι όταν το κόκκινο είναι αίμα/ τότε πια δε διαφέρει το πήλινο απ&#8217; το χάλκινο/ τότε δεν ξεχωρίζεις πια την αλήθεια απ&#8217; το ψέμα. Τα τριαντάφυλλα δεν σας φέρνουν κοντά μας/ ο τάφος είναι κρύος, το μάρμαρο δε ζεσταίνεται απ&#8217; τον ήλιο/ Παναγιώτη, Έκτορα, Χρήστο γυρίστε! Είστε Ελληνες./ Γιατί φύγατε μακριά μας; [&#8230;] Μπράβο σας, παλικάρια μου, που πέσατε αντρίκια/ που τη στολή τιμήσατε εκεί&#8230; μέσα στα φύκια./ Μπράβο που το καπέλο σας έγινε το στεφάνι/ της δόξας χιλιοπλούμιστο από&#8230; ελιάς κλωνάρι.&#8221; (&#8220;Για σας&#8221;, &#8220;Χρυσή Αυγή&#8221; 21-26/3/1997).</p>
<p>ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΤΥΛΙΓΑΔΑΣ 1. Το ποιητικό και αγωνιστικό πρότυπο του Περίανδρου Ανδρουτσόπουλου: &#8220;Μια αρκούδα λυγερή/ μ&#8217; ένα χαλκά στη μύτη/ καμώνεται η καψερή/ πως είναι από σπίτι./ Στα δυο της πόδια στέκεται/ κουνιέται και λυγιέται/ κάνει πως φκιασιδώνεται/ και νύφη μας περνιέται. Ο αρκουδιάρης καθιστός/ χτυπάει γερά το ντέφι/ και τραγουδάει γελαστός/ να καν&#8217; η αρκούδα κέφι./ Αυτ&#8217;η αρκούδα η θλιβερή/ μ&#8217; αυτόν τον αρκουδιάρη/ πιστή φτυστή αντιγραφή/ λαού και κυβερνιάρη.&#8221; (&#8220;Ιριδισμοί&#8221;, &#8220;Χρυσή Αυγή&#8221; 27/5-1/6 1994).</p>
<p>ΤΥΛΙΓΑΔΑΣ 2. &#8220;Θολά τα μάτια μας, η στράτα μας μεγάλη/ και η πορεία μας δεν έχει τελειωμό./ Φίλοι μας γέλασαν, μας πρόδωσαν και πάλι/ στου Γολγοθά μας ανεβάσαν τον σταυρό./ Του ξενοκίνητου Αττίλα το ποδάρι/ την μπότα έμπηξε στης Κύπρου τον Λαό/ και στο ξεπούλημα της Νίκης το παζάρι/ κανείς δεν πρόσεξε το κλάμα του βουβό./ Σκλαβιάς χαλκεύονται αισχρές συνωμοσίες/ την Λευτεριά ν&#8217; αλυσοδέσουν προσπαθούν/ μα αν τ&#8217; αδέρφια μας δεν ρίξουν τις ασπίδες/ με τον αγώνα μας οι Τούρκοι θα χαθούν&#8221; (στο ίδιο).</p>
<p>ΑΝΩΝΥΜΟΥ. &#8220;Ως του Ήλιου οι ροδακτίνες/ ματοβάφαν το βουνό/ προχωρούσαν οι στρατιώτες/ στην πλαγιά ένα δειλινό./ Θλιβερά ήσαν τα τραγούδια/ πένθιμη η μουσική/ και αργόσυρτο το βήμα/ ναι! ήταν νεκρική πομπή./ Με την όψη ανταριασμένη/ απ&#8217; της μάχης τον θυμό/ κατεβάζαν μεσ&#8217; στον τάφο έναν σύντροφο νεκρό./ Τρεις φορές ομοβροντήξαν/ στον αέρα ντουφεκιές/ και τα χέρια ανατείναν/ με πολέμου ιαχές./ Στην μητέρα &#8216;ο γιος σας&#8217;/ γράφουν,/ σ&#8217; υστερνό χαιρετισμό/ &#8216;έχει πέσει για πατρίδα για Εθνικοσοσιαλισμό&#8217; (&#8220;Ως του ήλιου οι ροδακτίνες&#8221;, &#8220;Χρυσή Αυγή&#8221; 12-18/6/1998).</p>
<p>ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΕΝΑΣ. &#8220;Χώμα Ιερό, χώμα Ελληνικό/ σε εσένα παραδίνουμε/ τον συναγωνιστή μας./ Σαν μάνα στοργική/ ντυμένο στα χρώματά σου/ Άγια γη Ελληνική/ πάρτον στην αγκαλιά σου./ Και όταν πια ελευθερωθείς ξανά/ να τον γεννήσεις/ το όραμά του να δει/ και με χαρά να ζήσει&#8221; (νεκρολογία, &#8220;Δώδεκα χρόνια χωρίς τον Δημήτρη Δημητρούκα&#8221;, &#8220;21ος αιών. Μηνιαία Ελληνοκεντρική έκδοσις&#8221;, Ιούνιος 1998).</p>
<p>ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ. &#8220;Ηχος και φως στη γη το πέρασμά σου/ προφητικός χρησμός το αιθέριο άπλωμά σου/ αλάθευτο το πνεύμα μου υμνολογεί εσένα/ με λόγια στωικά ποιητικά πλασμένα./ Σαν όραμα μ&#8217; αγγίζει η μορφή σου/ θαρρώ πως έχω μέσα μου τα μάτια τα δικά σου/ ίσως δανείστηκα κι αυτή την ομορφιά σου. [&#8230;] Χαίρε ω! Ανακτά που σκόρπισες τα σκότη/ που τη σοφία λάτρεψες απ&#8217; τη μικρή σου νιότη/ εστάλθηκες από το Θεό πολιτισμό να δώσεις/ ούτε στιγμή δεν σκέφθηκες κορμιά, ψυχές να αλώσεις/ ήρθες με εύλογο παλμό το πνεύμα να υψώσεις&#8221; (&#8220;13 Ιουνίου 123 π.Χ. Στη μνήμη του Μ. Αλεξάνδρου&#8221;, &#8220;21ος αιών&#8221;, Ιούνιος 1998).</p>
<p><strong>ΔΙΑΒΑΣΤΕ</strong></p>
<p>Περίανδρου Ανδρουτσόπουλου, &#8220;Το μυστικό του κοχυλιού&#8221; (εκδόσεις &#8220;Ηλιοφόρος&#8221;, Αθήνα 1996). Η αφύπνιση της ελληνικής συνείδησης σε ένα χωριό της Μικρασίας τον 15ο αιώνα οδηγεί σε βαναυσότητες, σφαγές και αίμα. Οι Έλληνες εναντίον όλων, κυρίως των Εβραίων, σε ένα αφήγημα που παριστάνει το ιστορικό μυθιστόρημα και είναι ένα εγκώμιο στην πιο αποτρόπαιη βία.</p>
<p>Αριστοτέλη Καλέντζη, &#8220;Δημοκρατία &#8217;80. Κάτεργο&#8230;!&#8221; (εκδόσεις Αμηνθύς, Αθήναι 1980). Καταγγελία του δικαστικού και σωφρονιστικού συστήματος της μεταπολίτευσης από τον γνωστό χιτλερικό βομβιστή. Ενδιαφέρουσες πληροφορίες για άτομα εντός και εκτός του χώρου των δυναμικών ακροδεξιών.</p>
<p>Αριστοτέλη Καλέντζη, &#8220;Σε Σένα&#8221; (εκδόσεις &#8220;Ελεύθερη Σκέψις&#8221;, Αθήναι 1983). Στοχασμοί για την τέχνη του εθνικοκοινωνισμού, ποιήματα και πεζά με συχνές αναφορές στους &#8220;γίγαντες&#8221; της εθνικοσοσιαλιστικής σκέψης. Ιδιαίτερη προσπάθεια για μια γλώσσα που να παραπέμπει, υποτίθεται, στην αρχαιοελληνική κληρονομιά.</p>
<p>Θεόδωρος Καραμπέτσος, &#8220;Οι αντιδραστικοί&#8221; (εκδόσεις &#8220;Νέα Θέσις&#8221;, Αθήνα 1988). Κάτι μεταξύ αυτοβιογραφίας και κατασκοπευτικού μυθιστορήματος, το αφήγημα αυτό εκπέμπει την υπαρξιακή αγωνία ενός προδομένου χουντικού.</p>
<p>Φραγκίσκου Παπαγεωργίου (Franki), &#8220;Ahthos Arouris&#8221; (εκδόσεις &#8220;Εθνική Σταυροφορία&#8221;, χ.χ.). Αφιερωμένο στους &#8220;ήρωες και ηρωίδες καταδίκους που άδικα υποφέρουν&#8221;, το πόνημα αποτελεί χαρακτηριστική συμβολή του ανθρώπου που εμπνεύστηκε το βιασμό της πλαστικής κότας στη λογοτεχνία του</p>
<p>πολιτικοϊδεολογικού του χώρου. Άγνωστοι παραμένουν δυστυχώς οι λόγοι που οδήγησαν το συγγραφέα, στον αντίποδα του Καλέντζη, να επιλέξει τον φραγκολεβαντίνικο τίτλο του.</p>
<p><strong>ΔΕΙΤΕ</strong></p>
<p>Κόναν ο Βάρβαρος (Conan the Barbarian) του Τζον Μίλιους (1981). Ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ αναζητά τον καταχθόνιο Πατέρα στα τρίσβαθα της προϊστορίας, σε ένα έπος γεμάτο μούσκουλα, άντερα και φευδοφιλοσοφημένο αντριλίκι. Ταινία &#8220;προορισμένη για ευρωπαίους μάλλον, παρά για αμερικανούς αναλφάβητους&#8221;, σύμφωνα με μια εύστοχη κριτική, αποτελεί σημείο αναφοράς για τους εγχώριους νεοναζί.</p>
<p>(Ελευθεροτυπία, 17/1/1999)</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd-%ce%bd%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b1%cf%83%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8e%ce%bd/">Η λογοτεχνία των Ελλήνων νεοφασιστών. Γράφουμε και δέρνουμε</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%ae%ce%bd%cf%89%ce%bd-%ce%bd%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b1%cf%83%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8e%ce%bd/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Εμφύλιος» με όπλο τη λογοτεχνία</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/lr-3/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=lr-3</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/lr-3/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 05:58:20 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=957</guid>

					<description><![CDATA[<p>Πεζογράφοι και ποιητές αποτύπωσαν συναισθήματα, κατανόησαν συμπεριφορές και ύμνησαν ιδανικά και ηρωικές παρουσίες Της Όλγας Σελλά Μπορεί ο εμφύλιος πόλεμος να τελείωσε στον Γράμμο, πριν από εξήντα χρόνια, συνεχίστηκε όμως στις σελίδες της μεταπολεμικής&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/lr-3/">«Εμφύλιος» με όπλο τη λογοτεχνία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Πεζογράφοι και ποιητές αποτύπωσαν συναισθήματα, κατανόησαν συμπεριφορές και ύμνησαν ιδανικά και ηρωικές παρουσίες</p>
<p>Της Όλγας Σελλά</p>
<p>Μπορεί ο εμφύλιος πόλεμος να τελείωσε στον Γράμμο, πριν από εξήντα χρόνια, συνεχίστηκε όμως στις σελίδες της μεταπολεμικής λογοτεχνίας &#8211; πεζογραφίας και ποίησης. Με τα πάθη οξυμμένα, με τις πληγές ανοιχτές, με τη λογοκρισία πανίσχυρη, οι ποιητές και οι πεζογράφοι προσπάθησαν (και ήταν οι πρώτοι στο χώρο της τέχνης) να αποτυπώσουν συναισθήματα, να κατανοήσουν συμπεριφορές, να υμνήσουν ιδανικά και ηρωικές παρουσίες, να συνεγείρουν ή να παρηγορήσουν. Οι λογοτέχνες, οι γενιές που στρατεύτηκαν ή υπέστησαν τις άμεσες συνέπειες του Εμφυλίου, συχνότατα κουβάλησαν και στο πεδίο της γραφής τα πάθη και την πλευρά με την οποία στρατεύτηκαν. Όχι όλοι. Υπήρχαν κι άλλοι, αρκετοί, που προσπάθησαν να δουν τα αίτια, τα πρόσωπα, τις ευθύνες, το κόστος, τον όλεθρο &#8211; στην ολότητά τους. Με αφορμή την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά», που αποτυπώνει στην τέχνη του κινηματογράφου τον Εμφύλιο, επιστρέφουμε σε μεταπολεμικές λογοτεχνικές σελίδες, σε συμπεριφορές λογοτεχνών και κριτικών, στο ρόλο της λογοτεχνίας και της μνήμης, στον «εμφύλιο» των ιδεολογικών στρατοπέδων με όπλο τη λογοτεχνία.</p>
<p>  <span id="more-957"></span>  </p>
<p>Η διαμόρφωση της μνήμης</p>
<p>«Ολόκληρη η μεταπολεμική λογοτεχνία περιέχει μνήμες από τη δεκαετία του ’40 και ταυτόχρονα συμμετέχει στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης. Στη λογοτεχνία αναμετρούνται όλες οι εκδοχές, εκφράζονται οι πιο σύνθετες ερμηνείες με τον πιο εμπειρικό τρόπο, αλλά κυρίως, στις πιο πετυχημένες στιγμές της, γίνεται αντιληπτός ο τρόπος που λειτουργεί η μνήμη τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο», λέει η καθηγήτρια στο ΑΠΘ Βενετία Αποστολίδου. Μετά το τέλος του Εμφυλίου σ’ αυτή τη διαμόρφωση διασταύρωσαν τα λογοτεχνικά τους πυρά και οι νικητές και οι νικημένοι, προσπαθώντας η κάθε πλευρά να κερδίσει αυτή τη μάχη. Και σ’ αυτό τον «εμφύλιο» υπήρξαν άμαχοι και θύματα. Ήταν οι συγγραφείς που μπορεί ιδεολογικά να ανήκαν στην πλευρά των νικητών, δεν ήταν όμως αυστηρά στρατευμένοι και στα βιβλία τους κυριαρχεί «ο φαύλος κύκλος της εμφύλιας βίας, η ανάγκη που κάνει τους ανθρώπους να εντάσσονται στη μία ή την άλλη παράταξη (Ν. Κάσδαγλης, Τηλ. Αλαβέρας, Ρόδης Ρούφος, Αλ. Κοτζιάς) και ο Ρένος Αποστολίδης, ο οποίος θεωρεί τον Εμφύλιο οργανικό φαινόμενο της μεταπολεμικής εποχής», προσθέτει η Βεν. Αποστολίδου. Ο κριτικός λογοτεχνίας Δημήτρης Ραυτόπουλος προσθέτει και τον Σπύρο Πλασκοβίτη και το διήγημά του «Πορεία στη νύχτα» (γραμμένο το 1948), που πρωτοδημοσιεύτηκε μεσούντος του Εμφυλίου στη «Νέα Εστία» με θέμα το παιδομάζωμα. Ένα διήγημα που αποσιωπήθηκε με απόφαση του συγγραφέα στη συνέχεια.</p>
<p>«Άμαχοι» όμως και θύματα υπήρξαν και από την πλευρά της Αριστεράς. Συγγραφείς που θεωρήθηκε ότι «παρεκκλίνουν» και δεν ακολουθούν τον δρόμο της υπεράσπισης των κομματικών ιδανικών στη λογοτεχνία τους, όπως ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Δημήτρης Χατζής. Ο πρώτος έγραψε τα ποιήματά του και το θεατρικό του έργο «Αντιγόνη» εκτοπισμένος στη Μακρόνησο και απομονωμένος από τους συνεξόριστούς του. Αρκετά χρόνια αργότερα, στο Παρίσι πια, έγραψε ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεότερης ελληνικής πεζογραφίας, «Το κιβώτιο». Όσο για τον Δημήτρη Χατζή το διήγημά του «Ανυπεράσπιστοι», δημοσιευμένο στην «Επιθεώρηση Τέχνης» το 1964, προκάλεσε την αντίδραση του κομματικού μηχανισμού. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος μας θυμίζει ότι ο ταγματάρχης του Δημοκρατικού Στρατού Ασπροπόταμος το χαρακτηρίζει «φιλολογικό φτύσιμο, που καλά θα ’κανε ο άκαπνος συγγραφέας να το κρατήσει για τον εαυτό του». Ο κομματικός «Λογοτεχνικός κύκλος» που συνεδρίασε εσπευσμένα έκρινε ότι «το διήγημα “Ανυπεράσπιστοι” του Δ. Χατζή φανερώνει υποχώρηση του συγγραφέα στην πίεση της αστικής ιδεολογίας»!</p>
<p>Στρατευμένος λόγος</p>
<p>Στην πλευρά της Αριστεράς υπάρχουν όμως και οι στρατευμένοι συγγραφείς (Γιάννης Ρίτσος, Κώστας Κοτζιάς, Ζήσης Σκάρος, Εύη Πανσελήνου, Μενέλαος Λουντέμης, Θέμος Κορνάρος) που στέκονται στα δεινά και τις συνέπειες του Εμφυλίου στους ηττημένους, επιμένοντας στην ανάδειξη του ηρωισμού των αριστερών και στοχεύοντας στην τόνωση του αισθήματος ήττας των αναγνωστών τους. Όσο για την κριτική, κινήθηκε σε δύο δρόμους: ή ακολούθησε πιστά τα ιδεολογικά στρατόπεδα του Εμφυλίου και στήριξε τους συγγραφείς που θεώρησε ότι υπηρετούν είτε το ένα είτε το άλλο, ή προσπάθησε να βαδίσει με γνώμονα το λογοτεχνικό κριτήριο κι όχι την κομματική και ιδεολογική ένταξη.</p>
<p>Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος βλέποντας μακροσκοπικά τα βιβλία αυτής της περιόδου κι αυτής της θεματολογίας πιστεύει ότι «αυτός ο πόλεμος, με τη μία ή την άλλη έννοια, έριξε τη βαριά σκιά του στη λογοτεχνία. Αλλά δεν παρήγαγε μύθο, κάτι που δείχνει την παρακμή της μυθοπλασίας μετά τον πόλεμο. Όμως είναι αδύνατον η μυθοπλασία για τέτοια θέματα να παραχθεί χωρίς να αποκαλυφθούν αλήθειες». Και θεωρεί ότι ο Εμφύλιος στη λογοτεχνία μένει με τα μεταφορικά μυθιστορήματα («Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, ο «Λοιμός» του Ανδρέα Φραγκιά και οι «Συνυπάρχοντες» του Αριστοτέλη Νικολαΐδη) με μερικά σημαντικά διηγήματα και με το χρονικό (όπου κυρίαρχη θέση έχει του Γιάννη Μανούσακα «Ο Εμφύλιος» και «Ο φυγόδικος»). Και φυσικά με την τριλογία του Τσίρκα «Ακυβέρνητες πολιτείες», γιατί «η ένοπλη σύγκρουση, ήττα και τα στρατόπεδα που ακολουθούν αρχίζουν στη Μέση Ανατολή με το κίνημα του Απρίλη».</p>
<p>Παρά τα στρατόπεδα που αναπτύχθηκαν στους κριτικούς, τους λογοτέχνες, τις ιδεολογικές παρατάξεις και την αποτίμηση όλων αυτών από την ιστορία της λογοτεχνίας, η πεζογραφία και η ποίηση είναι το πεδίο όπου μπόρεσαν να εκφραστούν πολλοί και πολλά. «Στο πλαίσιο του μετεμφυλιακού κράτους, η λογοτεχνία είχε πολύ σημαντική κοινωνική λειτουργία. Ήταν ο χώρος που οι άνθρωποι, είτε γράφοντας είτε διαβάζοντας, μπορούσαν να μιλήσουν για την εμπειρία τους και να μοιραστούν την οδύνη τους. Σε μια εποχή που υπήρχε σιωπή, λογοκρισία και πόλωση, το να υπάρχει ένας χώρος όπως η λογοτεχνία, που να μπορεί κανείς έστω και διαβάζοντας να σκεφτεί, να θυμηθεί, να επεξεργαστεί την εμπειρία είναι πολύ σπουδαίο. Έχω γνωρίσει αναγνώστες εκείνης της εποχής που μου έλεγαν ότι ανακουφίζονταν, αποφορτίζονταν, διαβάζοντας λογοτεχνία. Κάποιοι δεν μίλησαν για πολλά χρόνια και αποφασίζουν τώρα να διηγηθούν όσα έζησαν τότε, όπως ο Αλέξης Πάρνης» λέει η Βενετία Αποστολίδου.</p>
<p>Η λογοτεχνία πάντως, με μεγαλύτερα ή μικρότερα έργα, με στρατευμένο λόγο ή στοχαστική ματιά, τοποθετήθηκε πρώτη στο θέμα του Εμφυλίου, αφήνοντας για πολλά χρόνια πίσω της την επίσημη Ιστορία.</p>
<p>Η ποίηση της ήττας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα</p>
<p>Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Άρης Αλεξάνδρου, ο Βύρων Λεοντάρης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Τάκης Σινόπουλος, ο Μάρκος Μέσκος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Δημήτρης Δούκαρης, ο Δημήτρης Παπαδίτσας, ο Γιώργος Σαραντής ήταν μερικοί από τους ποιητές που από τη δεκαετία του ’50 και μετά έθιξαν τον Εμφύλιο, τα τραύματα και τις συνέπειές του στους στίχους τους. Η ελευθερία της μεταφοράς που τους έδινε η ποίηση μπορούσε να εκφράσει όσα η λογοκρισία της μετεμφυλιακής Ελλάδας εμπόδιζε στις άλλες τέχνες· και στην πεζογραφία. «Η ποίηση της ήττας από το ’54 &#8211; ’55 και μετά είναι αριστερή, αντιστασιακή ποίηση, που επανεξετάζει τη συνείδηση της Αριστεράς υπό το πρίσμα της ήττας, χωρίς να αρνείται τα ιδανικά του παλιού αγώνα και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Είναι η ποίηση της Αριστεράς μετά τον Εμφύλιο. Η ποίηση του τηλεβόα εσίγησε. Η ποίηση βγήκε από ’κει και πέρα: από την περισυλλογή των θραυσμάτων, από την ταφή του Ετεοκλή και του Πολυνείκη», λέει ο Δημήτρης Ραυτόπουλος.</p>
<p>Τα βιβλία και οι συγγραφείς</p>
<p>Έμμεσα ή άμεσα, μιλώντας για την περίοδο των μαχών ή για τις συνέπειες του Εμφυλίου, από την πλευρά των νικητών, των νικημένων ή των ευαίσθητων παρατηρητών που στέκονται μόνο στον φαύλο κύκλο της βίας, με τη μορφή της ρεαλιστικής αποτύπωσης ή της αλληγορίας, παρουσιάζουμε έναν κατάλογο με τα σημαντικότερα βιβλία για το θέμα:</p>
<ul>
<li>&#8211; «Ο άλλος Αλέξανδρος» της Μαργαρίτας Λυμπεράκη (1950).</li>
<li>&#8211; «Πυραμίδα 67» του Ρένου Αποστολίδη (1950).</li>
<li>&#8211; «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους» του Τηλέμαχου Αλαβέρα (1950).</li>
<li>&#8211; «Πολιορκία» του Αλέξανδρου Κοτζιά (1953).</li>
<li>&#8211; «Χρονικό μιας σταυροφορίας», τριλογία, του Ρόδη Ρούφου (1954-1958).</li>
<li>&#8211; «Τειχομαχία» του Θ. Ν. Φραγκόπουλου (1954).</li>
<li>&#8211; «Τα δόντια της μυλόπετρας», του Νίκου Κάσδαγλη (1955).</li>
<li>&#8211; «Καπνισμένος ουρανός», του Κώστα Κοτζιά (1957).</li>
<li>&#8211; «Στάχτες και φοίνικες» του Θέμου Κορνάρου (1958).</li>
<li>&#8211; «Οι ανοιχτοί ουρανοί» του Ζήση Σκάρου (1958).</li>
<li>&#8211; «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα, τριλογία (1961-1964).</li>
<li>&#8211; «Καγκελόπορτα» του Ανδρέα Φραγκιά (1962).</li>
<li>&#8211; «Οι αδερφοφάδες» του Νίκου Καζαντζάκη (1963).</li>
<li>&#8211; «Η κάθοδος των εννιά» του Θανάση Βαλτινού (1963).</li>
<li>&#8211; «Η φωνή της γης» του Ευ. Αβέρωφ &#8211; Τοσίτσα (1963).</li>
<li>&#8211; «Ασθενείς και οδοιπόροι» του Γιώργου Θεοτοκά (1964).</li>
<li>&#8211; «Ανυπεράσπιστοι» του Δημήτρη Χατζή (1964).</li>
<li>&#8211; «Οι συνυπάρχοντες» του Αριστοτέλη Νικολαΐδη (1969).</li>
<li>&#8211; «Λοιμός» του Ανδρέα Φραγκιά (1972).</li>
<li>&#8211; «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου (1975).</li>
<li>&#8211; «Ακροκεραύνια» του Χριστόφορου Μηλιώνη (1976).</li>
<li>&#8211; «Το διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή (1976).</li>
<li>&#8211; «Πένθιμο εμβατήριο» του Σωτήρη Πατατζή (1978).</li>
<li>&#8211; «Ελένη» του Νίκου Γκατζογιάννη, μετ. Αλ. Κοτζιάς (1983).</li>
</ul>
<p>&#8212;&#8212;&#8212;&#8211;</p>
<p>Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ:&nbsp; 1/11/09</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/lr-3/">«Εμφύλιος» με όπλο τη λογοτεχνία</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/lr-3/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Γιατί χάθηκαν οι «στρατευμένοι» συγγραφείς;</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/lr-2/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=lr-2</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/lr-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 05:56:25 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=956</guid>

					<description><![CDATA[<p>Της Βίκης Τσιώρου Υπάρχουν στρατευμένοι, πολιτικοποιημένοι συγγραφείς σήμερα; Μάλλον είναι σπάνιοι αν κρίνουμε από το ότι ελάχιστες φωνές πλέον υψώνονται για να καταγγείλουν τα κακώς κείμενα, να υπερασπιστούν μια ιδέα που πάει κόντρα στα&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/lr-2/">Γιατί χάθηκαν οι «στρατευμένοι» συγγραφείς;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Της Βίκης Τσιώρου</p>
<p>Υπάρχουν στρατευμένοι, πολιτικοποιημένοι συγγραφείς σήμερα; Μάλλον είναι σπάνιοι αν κρίνουμε από το ότι ελάχιστες φωνές πλέον υψώνονται για να καταγγείλουν τα κακώς κείμενα, να υπερασπιστούν μια ιδέα που πάει κόντρα στα στερεότυπα, στο κατεστημένο.</p>
<p>Συχνότερα συναντάμε διανοούμενους στο πλευρό πολιτικών αρχηγών, υπερασπιστές πολιτικών γραμμών και στρατηγικών που δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ανάγκες και τα όνειρα του απλού πολίτη, του μη προνομιούχου. Παλαιά, συγγραφείς όπως ο Σαρτρ, ο Καμί και πολλοί άλλοι βρέθηκαν στο πλευρό αυτών των ανθρώπων, σήμερα όμως σπανίζουν, σε σημείο που μπορούν να μετρηθούν εύκολα. Ο Νοτιο-Αφρικανός Αντρέ Μπρινκ, που πολέμησε το απαρτχάιντ∙ ο Αντόνιο Ταμπούκι, που σύρεται στα δικαστήρια από τον πρόεδρο της ιταλικής Βουλής, ο Ρενάτο Σκίφανι, γιατί έγραψε πως είχε υπάρξει σύμβουλος σε μια μαφιόζικη εταιρεία∙ ο Ορχάν Παμούκ, που τόλμησε να μιλήσει για τη γενοκτονία των Αρμενίων∙ ο Αμος Οζ, που αγωνίζεται ενάντια σε κάθε είδους πολιτικές ακρότητες∙ η Βιετναμέζα Duong Thu Huong και ο Αμερικανός Ράσελ Μπανκς.</p>
<p>  <span id="more-956"></span>  </p>
<p>Πάνω σε αυτό το θέμα δύο Γάλλοι συγγραφείς της νέας γενιάς εκφράζουν τις απόψεις τους:</p>
<p>**Πατρίκ Μπεσόν: «Ένας καλλιτέχνης είναι και έμπορος. Το να στρατευθείς με μια παράταξη, είναι σαν να φορτώνεσαι κάποιον. Η στράτευση είναι αντιεμπορική. Το πρόβλημα τώρα είναι πως η εμπορική πλευρά της δουλειάς του συγγραφέα -ο οποίος δεν θα έπρεπε να επεμβαίνει παρά μόνον όταν θα είχε τελειώσει το βιβλίο του- εμφανίζεται ευθύς εξ αρχής. Σαν, ας πούμε, ο Φλομπέρ, αντί ολοκληρώνοντας τη «Μαντάμ Μποβαρί» να ανησυχούσε για το αν θα πουλήσει ή όχι, να αναρωτιόταν εξ αρχής πώς να το γράψει προκειμένου να πουλήσει.</p>
<p>Όσο για μένα, στρατεύτηκα τρεις φορές μέχρι τώρα: με τους κομμουνιστές, με τη συμμετοχή μου στην αριστερίστικη εφημερίδα L&#8217; Idiot International, και με τους Σέρβους. Την πρώτη φορά, θεώρησα άδικη τη δυσφημιστική εκστρατεία κατά του Κ.Κ. Γαλλίας το οποίο έχει κάνει αρκετά πράγματα στη Γαλλία. Μετά έγραψα στην εφημερίδα L&#8217;Idiot στο πλαίσιο μιας επιχείρησης υποτίμησης του Μιτεράν. Στη δεκαετία του 1980, ο Τύπος παρουσίαζε τον Μιτεράν σαν Θεό. Όσο για τους Σέρβους, με δεδομένα αυτά που έλεγαν για αυτούς εκείνη την εποχή, αναρωτιόμουν μέχρι πού μπορούσε να φτάσει αυτή η σύμπνοια μίσους, μήπως σε μια γενοκτονία; Επειδή γνωρίζω καλά τους Σέρβους, τους υπερασπίστηκα. Αν είχα κρύψει τις πεποιθήσεις μου από φόβο να χάσω το μισό κοινό μου, θα θύμωνα με τον εαυτό μου, και είμαι ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο δεν μπορώ να θυμώσω. Δεν ξέρω αν η στράτευσή μου χρησίμευσε σε κάτι. Δεν μπορούμε ποτέ να ξέρουμε αν ένα βιβλίο χρησιμεύει σε κάτι. Αυτό που ξέρω είναι ότι στη γιορτή του ΚΚΓ, τον περασμένο Σεπτέμβρη, είχε πολύ κόσμο, πως η λατρεία στο πρόσωπο του Μιτεράν τελείωσε και πως η Σερβία σύντομα θα είναι μέλος της Ε.Ε. Αυτές οι θέσεις που πήρα με έπληξαν επικοινωνιακά; Δύσκολο να το πω. Αν όμως δεν είχα εκτεθεί παίρνοντας αυτές τις θέσεις, δεν θα ήμουν ο εαυτός μου, θα είχα γράψει άλλα βιβλία, και ίσως να μην είχαν πάει καλά. Όμως για έναν συγγραφέα όποιο κι αν είναι το πολιτικό σύστημα της χώρας όπου ζει, δεν είναι καλό γι&#8217; αυτόν να μην έχει ποτέ λογοκριθεί».</p>
<p>**Γιανίκ Ενέλ: «Το να λέμε ό,τι σκεφτόμαστε δεν είναι υποχρεωτικό. Δεν παρεμβαίνω σε δημόσιες συζητήσεις, γιατί κατά την άποψή μου το να μην παρεμβαίνεις είναι μια πολιτική στάση. Όσα με απασχολούν, όμως, είναι όλο και περισσότερο πολιτικά ζητήματα. Στο επόμενο μυθιστόρημά μου, θέτω το ερώτημα τι απέγιναν στη Γαλλία οι ιδέες της σύρραξης, της επανάστασης. Όμως δεν μπορώ να παρεμβαίνω σε συζητήσεις που προκαλούνται από την επικαιρότητα. Το να είσαι όλο και πιο πολιτικοποιημένος, για μένα σημαίνει να είσαι όλο και πιο πολύ αντικοινωνικός: το επικοινωνιακό είναι πάνω από όλα ένα παιχνίδι ρόλων και ειλικρινά δεν έχω καμία διάθεση να παίξω σ&#8217; αυτό. Άραγε μπορεί σήμερα να υποστηριχθεί ένας πολιτικός λόγος; Δεν νομίζω. Υπάρχει μια επικοινωνιακή παρέμβαση σε όλες τις σκέψεις που τις ακυρώνει. Παλαιότερα, η εξουσία επιβαλλόταν στους ανθρώπους φιμώνοντάς τους, σήμερα βάζοντάς τους να μιλούν για οτιδήποτε».</p>
<p><a href="mailto:tsiorou@enet.gr">tsiorou@enet.gr</a></p>
<p>Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/lr-2/">Γιατί χάθηκαν οι «στρατευμένοι» συγγραφείς;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/lr-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>«Η εθνική ποίηση και η συλλογική αφήγηση ως δοξολογία του φόνου»</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/l-r/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=l-r</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/l-r/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 05:54:14 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=955</guid>

					<description><![CDATA[<p>Του Θανάση Τριαρίδη Αγαπητοί φίλοι, γεια σας… Με αυτό το e-mail σάς ενημερώνω για δύο δημόσιες συζητήσεις στις οποίες συμμετείχα και πλέον κυκλοφορούν ηχογραφημένες στο Διαδίκτυο (στον ιστότοπο των εκδόσεων διάπυροΝ). Και οι δύο&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/l-r/">«Η εθνική ποίηση και η συλλογική αφήγηση ως δοξολογία του φόνου»</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Του Θανάση Τριαρίδη<strong></strong></p>
<p>Αγαπητοί φίλοι, γεια σας…</p>
<p>Με αυτό το e-mail σάς ενημερώνω για δύο δημόσιες συζητήσεις στις οποίες συμμετείχα και πλέον κυκλοφορούν ηχογραφημένες στο Διαδίκτυο (στον ιστότοπο των εκδόσεων διάπυροΝ). Και οι δύο έγιναν την τελευταία διετία, με θέμα τη θέση μου πως κάθε ύμνος (εθνικός, θρησκευτικός, κοινωνικός, ταξικός, επαναστατικός, οπαδικός ή όποιος άλλος) είναι ανεξαιρέτως ένας ύμνος στην ατέλειωτη μεγάλη σφαγή, πως κάθε σύνθημα μα και κάθε συλλογική αφήγηση είναι στον πυρήνα της μια δοξολογία του φόνου. Η ίδια θέση αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα του βιβλίου μου Το κόψε-κόψε ή όταν οι γκοτζίλες εξανθρωπίζονται (ηλεκτρονική έκδοση το 2008 στον ιστότοπο <a href="http://www.triaridis.gr/kopse/">http://www.triaridis.gr/kopse/</a> * έντυπη έκδοση, διάπυροΝ, 2009).</p>
<p>  <span id="more-955"></span>  </p>
<p>Η πρώτη από αυτές τις εκδηλώσεις έγινε στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στις 29-6-2008 και είναι μια ομιλία μου με θέμα «Η εθνική ποίηση και η συλλογική αφήγηση ως δοξολογία του φόνου». Ακολούθησε έντονη συζήτηση με το κοινό, με τοποθετήσεις, συμφωνίες και έντονες διαφωνίες – συντονιστής ήταν ο Γιάννης Γκλαρνέτατζης, ενώ συμμετείχε με παρέμβασή του και ο βουλευτής του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., Τάσος Κουράκης. Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρη την ομιλία και τη συζήτηση εδώ:</p>
<ul>
<li><a href="http://diapyron.com/2010/02/23/doxologia_fonou/">http://diapyron.com/2010/02/23/doxologia_fonou/</a></li>
</ul>
<p>Η δεύτερη δημόσια συζήτηση έγινε στο Στέκι Μεταναστών Θεσσαλονίκης στις 21-11-2009, με θέμα το βιβλίο μου Το κόψε-κόψε. Μικρή εισαγωγή έκανε ο Γιάννης Γκλαρνέτατζης, κατόπιν μίλησα εγώ, και ακολούθησε και πάλι συζήτηση με συμφωνίες και (ακόμη περισσότερες) διαφωνίες. Και αυτήν τη δημόσια συζήτηση μπορείτε να την ακούσετε εδώ:</p>
<ul>
<li><a href="http://diapyron.com/2010/02/28/sizitisi_kopse/">http://diapyron.com/2010/02/28/sizitisi_kopse/</a></li>
</ul>
<p>Σημειώνω πως για τις απόψεις μου περί της φονικής προδιαγραφής όλων αδιακρίτως των ύμνων, όλων των συλλογικών αφηγήσεων και όλων των συνθημάτων δέχτηκα δριμύτατη κριτική όχι μόνο από εθνικιστές, φασίστες, παπάδες, φανατικούς χριστιανούς ή ανθρώπους που έχουν μια εθνογενή ή εθνικιστική ή θεολογική οπτική του κόσμου και της ιστορίας, αλλά και από ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί ή αναρχικοί ή και «αντιεξουσιαστές». Οι τελευταίοι με μέμφονται, σε διάφορους τόνους, για το ότι παρουσιάζω την πολιτική βία δίχως πρόσημο και έτσι «τσουβαλιάζω ανιστορικά τους ενόχους με τα θύματα». Προφανώς διαφωνούμε· κατά τη γνώμη μου, δεν κατανοούν πως αυτή ακριβώς η (συχνά καλοπροαίρετη) λαχτάρα τους να χωρίσουν τον κόσμο σε συμπαγείς όγκους «καλού» (που το εκφράζουν φυσικά μόνον οι ίδιοι) και «κακού» (που το εκφράζουν πάντοτε οι άλλοι) αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του (θεολογικού, εν τέλει) τρόμου που χρησιμοποιεί τον φόνο ως μέσο δικαιοσύνης.</p>
<p>***</p>
<p>Τέλος, ας σημειώσω πως όλα αυτά κανείς τα βρίσκει στον ιστότοπο των εκδόσεων διάπυροΝ, που έφτιαξε εδώ και έναν χρόνο ο Γιάννης Ευαγγέλου, με κύριο άξονα τον προβληματισμό ενάντια στις κουλτούρες της βίας και της εκδίκησης. Ο Ευαγγέλου στον ιστότοπό του (<a href="http://diapyron.com/">http://diapyron.com/</a>), εκτός φυσικά από τα βιβλία που εκδίδει και τις κριτικές που δημοσιεύονται για αυτά (καθώς και τις εκδόσεις που ετοιμάζονται προς έκδοση), επέλεξε να έχει άλλες δυο ενότητες, μία με ΚΕΙΜΕΝΑ και μία με ΠΟΛΥΜΕΣΑ, στις οποίες συγκεντρώνεται υλικό (συχνά σχολιασμένο) για δράσεις και τοποθετήσεις των συντελεστών του εκδοτικού οίκου (και όχι μόνο), που κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο και είναι σχετικό με την προβληματική του εκδοτικού οίκου… Στη μεν ενότητα ΚΕΙΜΕΝΑ (<a href="http://diapyron.com/category/www-diapyron-comtexts/">http://diapyron.com/category/www-diapyron-comtexts/</a>) ήδη υπάρχουν 13 αναρτήσεις, ενώ στην κατηγορία ΠΟΛΥΜΕΣΑ (<a href="http://diapyron.com/category/www-diapyron-commultimedia/">http://diapyron.com/category/www-diapyron-commultimedia/</a>) παρουσιάζονται μέχρι στιγμής 5 βιντεοσκοπημένες ή ηχογραφημένες εκδηλώσεις, ομιλίες ή ραδιοφωνικές εκπομπές…</p>
<p>Ίσως η ενδεχόμενη περιήγησή σας να αξίζει τον κόπο…</p>
<p>Πολλούς χαιρετισμούς σε όλους.</p>
<p>Θανάσης Τριαρίδης – Φεβρουάριος 2010</p>
<p> <a href="http://triaridis.gr/">http://triaridis.gr/</a><br />βιβλία του Θ. Τ. δημοσιευμένα στο Internet: <a href="http://triaridis.gr/books.html">http://triaridis.gr/books.html</a><br /> εκδόσεις δήγμα: <a href="http://ekdoseis-digma.blogspot.com/">http://ekdoseis-digma.blogspot.com/</a></p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/l-r/">«Η εθνική ποίηση και η συλλογική αφήγηση ως δοξολογία του φόνου»</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/l-r/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Λίγα αντιπολεμικά και καλά…</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/%ce%bb%ce%af%ce%b3%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25ce%25bb%25ce%25af%25ce%25b3%25ce%25b1-%25ce%25b1%25ce%25bd%25cf%2584%25ce%25b9%25cf%2580%25ce%25bf%25ce%25bb%25ce%25b5%25ce%25bc%25ce%25b9%25ce%25ba%25ce%25ac-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25b9-%25ce%25ba%25ce%25b1%25ce%25bb%25ce%25ac</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/%ce%bb%ce%af%ce%b3%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 05:41:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=954</guid>

					<description><![CDATA[<p>Paths of Glory (1957)Σταυροί στο ΜέτωποΣκηνοθέτης: Stanley KubrickΠαραγωγής: 1957Διάρκεια: 87&#8242;Ασπρόμαυρο Kubrick&#8217;s film Paths of Glory was set during World War I and based on Humphrey Cobb&#8217;s 1935 antiwar novel of the same name. It&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/%ce%bb%ce%af%ce%b3%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac/">Λίγα αντιπολεμικά και καλά…</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong><span style="text-decoration: underline;">Paths of Glory (1957)</span></strong><br /><strong><span style="text-decoration: underline;">Σταυροί στο Μέτωπο</span></strong><br />Σκηνοθέτης: <st1:place><st1:city>Stanley</st1:city></st1:place> Kubrick<br />Παραγωγής: 1957<br />Διάρκεια: 87&#8242;<br />Ασπρόμαυρο </p>
<p>Kubrick&#8217;s film Paths of Glory was set during World War I and based on Humphrey Cobb&#8217;s 1935 antiwar novel of the same name. It is about a French army unit ordered on an impossible mission by their superiors. As a result of the mission&#8217;s failure, three innocent soldiers are charged with cowardice, as an example to the other troops. Kirk Douglas was cast as Colonel Dax, a humanitarian officer who tries to prevent the soldiers&#8217; execution. <st1:place>Douglas</st1:place> was instrumental in securing financing for the ambitious production. The film was not a significant commercial success, but it was critically acclaimed and widely admired within the industry, establishing Kubrick as a major up-and-coming young filmmaker. Critics over the years have praised the film&#8217;s unsentimental, spare, and unvarnished combat scenes and its raw black-and-white cinematography.</p>
<p>  <span id="more-954"></span>  </p>
<ul>
<li><strong><span style="text-decoration: underline;">Paths of Glory – Trailer</span></strong></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=0DHhTjiVlF4">http://www.youtube.com/watch?v=0DHhTjiVlF4</a></p>
<ul>
<li><strong><span style="text-decoration: underline;">Paths of glory-Memorable movie moments</span></strong></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=5K6BWgUNKYk&amp;NR=1">http://www.youtube.com/watch?v=5K6BWgUNKYk&amp;NR=1</a></p>
<ul>
<li><strong><span style="text-decoration: underline;">Paths of Glory &#8211; Best Scene</span></strong></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=ijG3HKdAyrQ&amp;NR=1">http://www.youtube.com/watch?v=ijG3HKdAyrQ&amp;NR=1</a></p>
<p> </p>
<p> </p>
<p> <strong><span style="text-decoration: underline;">S.</span></strong><strong><span style="text-decoration: underline;">O.</span></strong><strong><span style="text-decoration: underline;">S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα </span></strong><br /><strong><span style="text-decoration: underline;">Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb</span></strong><br />Σκηνοθέτης: <st1:place><st1:city>Stanley</st1:city></st1:place> Kubrick<br />Πρωταγωνιστές: Peter Sellers, George C. Scott, <st1:city><st1:place>Sterling</st1:place></st1:city> Hayden, Slim Pickens<br />Κυκλοφορία: 1964<br />Διάρκεια ταινίας: 90&#8242; &#8211; Ασπρόμαυρη<br />Ελληνικοί υπότιτλοι: Ελληνικοί υπότιτλοι ενσωματωμένοι </p>
<p>Ο Dr. Strangelove προβλήθηκε στον Ψυχροπολεμικό κόσμο του 1964 λίγο μετά την κρίση των πυραύλων στην Κούβα, με περιρρέουσα την παρανοϊκή καχυποψία του πυρηνικού ολοκαυτώματος, πάνω στην οποία ο Kubrick στήριξε τον κωμικοτραγικό αέρα της ταινίας του. Συνοπτικά, σε ό,τι αφορά το στόρυ, παράφρων Αμερικανός στρατηγός ονόματι Jack D. Ripper διατάσσει πυρηνική επίθεση στα «κομμούνια» με αφορμή επίθεση που αυτός μόνο βλέπει ότι του γίνεται στα πολύτιμα σωματικά του υγρά. Η απελπισμένη αμερικανική ηγεσία επιχειρεί να ανακαλέσει και να επικοινωνήσει με τον μεθυσμένο Σοβιετικό πρόεδρο, η κατάσταση όμως είναι μη αναστρέψιμη και η συντέλεια του κόσμου έχει μπει σε αυτόματο πιλότο, αφού τα αμερικανικά Β-52 είναι αδύνατο να αναστραφούν, ενώ οι Σοβιετικοί έχουν προβλέψει μηχανισμό καταστροφής κάθε μορφής ζωής επί Γης σε περίπτωση που τους βάλλουν με πυρηνικά. Το παράδοξο είναι ότι αυτό δεν είναι το τρομακτικό κομμάτι της ιστορίας. Μετά την αναπόφευκτη καταστροφή, την οποία φέρνει εις πέρας υπέρ φιλόδοξο αμερικανικό πλήρωμα, οι δύο Μεγάλοι συνεχίζουν τα αλληλοκατασκοπευτικά τους σχέδια σαν να μη συνέβη τίποτε, ενώ ο επιστημονικός σύμβουλος των Αμερικανών, που τυγχάνει ..Γερμανός με κατάλοιπα από το παρελθόν, προτείνει πρόγραμμα επιβίωσης επιλέκτων και αναπαραγωγή με αναλογία 10 γυναικών ανά άνδρα σε καταφύγια για 100 χρόνια και γίνεται δεκτό με ενθουσιασμό…</p>
<p>Οι ερμηνείες αξίζουν ιδιαίτερη αναφορά. Φυσικά, ξεχωρίζει ο γίγας Peter Sellers με τους 3 ρόλους του (Dr. Strangelove, Πρόεδρος ΗΠΑ και Λοχαγός Mandrake), που αντίστοιχα μεταφέρει τρεις διαφορετικές φωνές. Αυτήν της καταπιεσμένης χιτλερικής μεγαλομανίας που εξακολουθεί και συντηρείται υπό την αμερικάνικη φανέλα, αυτήν του ψιλοαφελούς προέδρου στο έλεος των στρατηγών που προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα και, τέλος, τη φωνή της λογικής που υιοθετεί ο Βρετανός σύμβουλος του πολεμοχαρή στρατηγού Ripper.</p>
<p>Εξαιρετικοί επίσης οι George C. Scott (στρατηγός Turgidson), Slim Pickens (T.J. &#8220;King&#8221; Kong) και Sterling Hayden (στρατηγός Ripper)</p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">S.</span><span style="text-decoration: underline;">O.</span><span style="text-decoration: underline;">S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα </span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;">Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb</p>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=SHDC5Q-3B50&amp;feature=related">http://www.youtube.com/watch?v=SHDC5Q-3B50&amp;feature=related</a></p>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.veoh.com/browse/videos/category/comedy/watch/v19483133d9a7jQka">http://www.veoh.com/browse/videos/category/comedy/watch/v19483133d9a7jQka#</a></p>
<p> </p>
<p><strong><span style="text-decoration: underline;"> </span></strong></p>
<ul>
<li><strong><span style="text-decoration: underline;">ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></li>
</ul>
<p><span style="text-decoration: underline;"> </span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="text-decoration: underline;">Howl </span><span style="text-decoration: underline;">– </span><span style="text-decoration: underline;">Alain Ginsberg</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=sf2nLkyd5Po">http://www.youtube.com/watch?v=sf2nLkyd5Po</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">Tuli Kupferberg The Lord is a Man of War</span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=qf8UKm2ddLk">http://www.youtube.com/watch?v=qf8UKm2ddLk</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><strong><span style="text-decoration: underline;">ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΑ</span></strong></li>
</ul>
<p>antiwar songs</p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">Bob Dylan &amp; Joan Baez- Blowin in the wind</span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=-nJ48v8qVvY">http://www.youtube.com/watch?v=-nJ48v8qVvY</a></p>
<p><span style="text-decoration: underline;"> </span></p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">Bob Dylan</span><span style="text-decoration: underline;"> : </span><span style="text-decoration: underline;">Blowing in the wind </span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=FlV-WezkOI8">http://www.youtube.com/watch?v=FlV-WezkOI8</a></p>
<ul>
<li>Blowing In The Wind &#8211; Live In Sweden 2009</li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=KM4suEaWpEs">http://www.youtube.com/watch?v=KM4suEaWpEs</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">John Lennon </span><span style="text-decoration: underline;">: </span><span style="text-decoration: underline;">Imagine</span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=9Q0Eyw3l3XM">http://www.youtube.com/watch?v=9Q0Eyw3l3XM</a></p>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=IxLnIRVVwIM">http://www.youtube.com/watch?v=IxLnIRVVwIM</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">John Lennon </span><span style="text-decoration: underline;">: </span><span style="text-decoration: underline;">Make Love, Not War </span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=zYXn5tkovww">http://www.youtube.com/watch?v=zYXn5tkovww</a></p>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=dmkAuTQ8Sc4">http://www.youtube.com/watch?v=dmkAuTQ8Sc4</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">Pink Floyd Final Cut (1) &#8211; The Post War Dream</span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=Rp5_Ul-qG0w&amp;feature=PlayList&amp;p=971928C725EF5BDF&amp;playnext=1&amp;playnext_from=PL&amp;index=38">http://www.youtube.com/watch?v=Rp5_Ul-qG0w&amp;feature=PlayList&amp;p=971928C725EF5BDF&amp;playnext=1&amp;playnext_from=PL&amp;index=38</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">Bob Marley </span><span style="text-decoration: underline;">: W</span><span style="text-decoration: underline;">ar no more trouble</span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=vPZydAotVOY&amp;feature=PlayList&amp;p=971928C725EF5BDF&amp;playnext=1&amp;playnext_from=PL&amp;index=15">http://www.youtube.com/watch?v=vPZydAotVOY&amp;feature=PlayList&amp;p=971928C725EF5BDF&amp;playnext=1&amp;playnext_from=PL&amp;index=15</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">Bruce Springsteen &#8211; War</span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=5DIp7ew_z8I&amp;feature=PlayList&amp;p=69B6F1C0B64E81A7&amp;playnext=1&amp;playnext_from=PL&amp;index=12">http://www.youtube.com/watch?v=5DIp7ew_z8I&amp;feature=PlayList&amp;p=69B6F1C0B64E81A7&amp;playnext=1&amp;playnext_from=PL&amp;index=12</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">Barry Mcguire &#8211; Eve Of Destruction</span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=tWDVl-QgM7M&amp;feature=PlayList&amp;p=971928C725EF5BDF&amp;index=39&amp;playnext=2&amp;playnext_from=PL">http://www.youtube.com/watch?v=tWDVl-QgM7M&amp;feature=PlayList&amp;p=971928C725EF5BDF&amp;index=39&amp;playnext=2&amp;playnext_from=PL</a></p>
<p> </p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;">Patti Smith Song for the New Year at The Poetry Project St. Marks Church NYC</span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=GZi5tJ_TK10">http://www.youtube.com/watch?v=GZi5tJ_TK10</a></p>
<p> </p>
<p><strong> </strong></p>
<ul>
<li><strong>ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥ∆ΙΑ</strong></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://alexikeravno.wordpress.com/">http://alexikeravno.wordpress.com</a></p>
<p> </p>
<p>Ένα μεγάλο πλήθος τραγουδιών μπορεί να βρει κανείς στην ελληνική δισκογραφία. Παραθέτουμε τίτλους και δημιουργούς, έτσι ώστε να υπάρχει δυνατότητα εύρεσης.</p>
<p>Άλλα τραγούδια είναι αντιπολεμικά και άλλα είναι φιλειρηνικά</p>
<ul>
<li>Βιετνάμ γιε γιε Σαββόπουλος, Το φορτηγό</li>
<li>Σατυρικόν (Για λόγους ανωτέρας βίας)-Σαββόπουλος, 10 χρόνια κομμάτια</li>
<li>Του ‘παν θα βάλεις το χακί-Μ. Λοΐζος, Τραγούδια του δρόμου</li>
<li>Τα πολυβόλα σωπάσαν-Μ. Λοΐζος, Τραγούδια του δρόμου</li>
<li>Ο Γ’ παγκόσμιος-Μ. Λοΐζος, Τραγούδια του δρόμου</li>
<li>Ο Τζο ο λοχίας-Μ. Λοΐζος, Νέγρικα</li>
<li>Γράμματα στην αγαπημένη-Μ. Λοΐζος, ομώνυμος δίσκος</li>
<li>Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί-Μαρκόπουλος, 30 επιτυχίες 1970 – 1980</li>
<li>Το τραγούδι της ειρήνης Μαρκόπουλος, Παράθυρο στη Μεσόγειο</li>
<li>Το έπος του Σεΐχη Μπεντρεντίν-Θ. Μικρούτσικος, Πολιτικά Τραγούδια</li>
<li>Φασισμός-Θ. Μικρούτσικος, Τραγούδια της λευτεριάς</li>
<li>Κι ήθελε ακόμη-Θ. Μικρούτσικος, Τραγούδια της λευτεριάς</li>
<li>Τούτες τις μέρες-Λεοντής, Καπνισμένο τσουκάλι</li>
<li>Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν-Λεοντής, Καπνισμένο τσουκάλι</li>
<li>Επιδρομή στον Πειραιά-Νταλάρας, Ρεμπέτικα της Κατοχής</li>
<li>Οι νεκροί-Σπανός, Γ’ Ανθολογία</li>
<li>Τώρα, τώρα (Όπως και να ναι ο κόσμος-Παπακωνσταντίνου, από τον δίσκο με το όνομά του</li>
<li>Ευχαριστώ τη ζωή-Φαραντούρη, Τραγούδια διαμαρτυρίας</li>
<li>Το πέρασμα του Έβρου-Φαραντούρη, Τραγούδια διαμαρτυρίας</li>
<li>Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον-Τσακνής, Φταίνε τα τραγούδια</li>
<li>Η μπαλάντα του νεκρού στρατιώτη -Μilva</li>
<li>The unknown soldier-Doors</li>
<li>Τα παιδιά ζωγραφίζουν-Τσανακλίδου, Χωρίς ταυτότητα</li>
<li>Για τους κακούς (Για μικρά παιδιά)-Τανάγρη, Στον κήπο</li>
<li>4 στρατηγοί-Χατζηδάκις, Κύκλος με την κιμωλία</li>
<li>Μια φορά κι έναν καιρό-Χατζηδάκις, Κύκλος με την κιμωλία</li>
</ul>
<p> </p>
<ul>
<li><strong><span style="text-decoration: underline;">ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ</span></strong></li>
</ul>
<p><strong><span style="text-decoration: underline;"> </span></strong></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="text-decoration: underline;">The</span><span style="text-decoration: underline;"> </span><span style="text-decoration: underline;">Greek</span><span style="text-decoration: underline;"> </span><span style="text-decoration: underline;">Civil</span><span style="text-decoration: underline;"> </span><span style="text-decoration: underline;">War</span><span style="text-decoration: underline;"> &#8211; </span><span style="text-decoration: underline;">Eμφύλιος</span><span style="text-decoration: underline;"> πόλεμος</span><span style="text-decoration: underline;"> (1946-1949) </span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=IvN5M1UQR28">http://www.youtube.com/watch?v=IvN5M1UQR28</a></p>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.youtube.com/watch?v=NsKqSCGuvxM">http://www.youtube.com/watch?v=NsKqSCGuvxM</a></p>
<p> </p>
<p>Βιβλία και οι συγγραφείς που έγραψαν έμμεσα ή άμεσα, για την περίοδο των μαχών ή για τις συνέπειες του Εμφυλίου, από την πλευρά των νικητών, των νικημένων ή των παρατηρητών:</p>
<ul>
<li>&#8211; «Ο άλλος Αλέξανδρος» της Μαργαρίτας Λυμπεράκη (1950).</li>
<li>&#8211; «Πυραμίδα 67» του Ρένου Αποστολίδη (1950).</li>
<li>&#8211; «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους» του Τηλέμαχου Αλαβέρα (1950).</li>
<li>&#8211; «Πολιορκία» του Αλέξανδρου Κοτζιά (1953).</li>
<li>&#8211; «Χρονικό μιας σταυροφορίας», τριλογία, του Ρόδη Ρούφου (1954-1958).</li>
<li>&#8211; «Τειχομαχία» του Θ. Ν. Φραγκόπουλου (1954).</li>
<li>&#8211; «Τα δόντια της μυλόπετρας», του Νίκου Κάσδαγλη (1955).</li>
<li>&#8211; «Καπνισμένος ουρανός», του Κώστα Κοτζιά (1957).</li>
<li>&#8211; «Στάχτες και φοίνικες» του Θέμου Κορνάρου (1958).</li>
<li>&#8211; «Οι ανοιχτοί ουρανοί» του Ζήση Σκάρου (1958).</li>
<li>&#8211; «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα, τριλογία (1961-1964).</li>
<li>&#8211; «Καγκελόπορτα» του Ανδρέα Φραγκιά (1962).</li>
<li>&#8211; «Οι αδερφοφάδες» του Νίκου Καζαντζάκη (1963).</li>
<li>&#8211; «Η κάθοδος των εννιά» του Θανάση Βαλτινού (1963).</li>
<li>&#8211; «Η φωνή της γης» του Ευ. Αβέρωφ &#8211; Τοσίτσα (1963).</li>
<li>&#8211; «Ασθενείς και οδοιπόροι» του Γιώργου Θεοτοκά (1964).</li>
<li>&#8211; «Ανυπεράσπιστοι» του Δημήτρη Χατζή (1964).</li>
<li>&#8211; «Οι συνυπάρχοντες» του Αριστοτέλη Νικολαΐδη (1969).</li>
<li>&#8211; «Λοιμός» του Ανδρέα Φραγκιά (1972).</li>
<li>&#8211; «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου (1975).</li>
<li>&#8211; «Ακροκεραύνια» του Χριστόφορου Μηλιώνη (1976).</li>
<li>&#8211; «Το διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή (1976).</li>
<li>&#8211; «Πένθιμο εμβατήριο» του Σωτήρη Πατατζή (1978).</li>
<li>&#8211; «Ελένη» του Νίκου Γκατζογιάννη, μετ. Αλ. Κοτζιάς (1983).</li>
</ul>
<p>&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;.</p>
<p><strong><span style="text-decoration: underline;">&#8220;Λούφα και Παραλλαγή&#8221; </span></strong></p>
<p>Η &#8221; Λούφα και Παραλλαγή&#8221; του Περάκη θεωρείται η σημαντικότερη και διαχρονικότερη κωμωδία του νέου ελληνικού κινηματογράφου. Είναι αντιπροσωπευτική πολλών κωμικοτραγικών καταστάσεων που και σήμερα αντιμετωπίζουμε στον ελληνικό στρατό&#8230;</p>
<p>Με τους Νίκο Καλογερόπουλο και Γιώργο Κιμούλη.</p>
<p>Ακολουθούν ξεκαρδιστικά αποσπάσματα:</p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;"> Αντισυνταγματάρχης Κατσάμπελας: Ηθικόν δίδαγμα </span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.nygma.gr/clickTo.asp?URLField=SJ_URL&amp;IDNAME=SJ_ID&amp;ct_table=SUBJECTS&amp;CT_ID=549&amp;CT_TYPE=I">http://www.nygma.gr/clickTo.asp?URLField=SJ_URL&amp;IDNAME=SJ_ID&amp;ct_table=SUBJECTS&amp;CT_ID=549&amp;CT_TYPE=I</a></p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;"> Πως σε λένε καλέ; Κατσάμπελα Φωτεινή! </span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.nygma.gr/clickTo.asp?URLField=SJ_URL&amp;IDNAME=SJ_ID&amp;ct_table=SUBJECTS&amp;CT_ID=590&amp;CT_TYPE=I">http://www.nygma.gr/clickTo.asp?URLField=SJ_URL&amp;IDNAME=SJ_ID&amp;ct_table=SUBJECTS&amp;CT_ID=590&amp;CT_TYPE=I</a></p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;"> Τι πάθατε ρε; Άντε, να μην πηδήξω κανέναν! </span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.nygma.gr/clickTo.asp?URLField=SJ_URL&amp;IDNAME=SJ_ID&amp;ct_table=SUBJECTS&amp;CT_ID=550&amp;CT_TYPE=I">http://www.nygma.gr/clickTo.asp?URLField=SJ_URL&amp;IDNAME=SJ_ID&amp;ct_table=SUBJECTS&amp;CT_ID=550&amp;CT_TYPE=I</a></p>
<ul>
<li><span style="text-decoration: underline;"> Ο πατέρας μου έχει ζώα&#8230; &#8211; Το βλέπω! </span></li>
</ul>
<p style="padding-left: 30px;"><a href="http://www.nygma.gr/clickTo.asp?URLField=SJ_URL&amp;IDNAME=SJ_ID&amp;ct_table=SUBJECTS&amp;CT_ID=561&amp;CT_TYPE=I">http://www.nygma.gr/clickTo.asp?URLField=SJ_URL&amp;IDNAME=SJ_ID&amp;ct_table=SUBJECTS&amp;CT_ID=561&amp;CT_TYPE=I</a></p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/%ce%bb%ce%af%ce%b3%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac/">Λίγα αντιπολεμικά και καλά…</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/%ce%bb%ce%af%ce%b3%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ac-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%ac/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Το τέλος του μακροχρόνιου σπαραγμού</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%bf%cf%8d/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=%25cf%2584%25ce%25bf-%25cf%2584%25ce%25ad%25ce%25bb%25ce%25bf%25cf%2582-%25cf%2584%25ce%25bf%25cf%2585-%25ce%25bc%25ce%25b1%25ce%25ba%25cf%2581%25ce%25bf%25cf%2587%25cf%2581%25cf%258c%25ce%25bd%25ce%25b9%25ce%25bf%25cf%2585-%25cf%2583%25cf%2580%25ce%25b1%25cf%2581%25ce%25b1%25ce%25b3%25ce%25bc%25ce%25bf%25cf%258d</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%bf%cf%8d/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 05:39:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=953</guid>

					<description><![CDATA[<p>Του Πάνου Κουτρουμπούση Καμιά ντουζίνα αιώνες μετά που η ανθρωπότητα είχεν εξαπλωθεί ώσπερ η επάρατος σε αμέτρητου ς πλανήτες του Γαλαξία φύρδην μίγδην που καμιά Υπηρεσία δεν είχεν πλέον πλήρη κατάλογο πώς και πού&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%bf%cf%8d/">Το τέλος του μακροχρόνιου σπαραγμού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Του Πάνου Κουτρουμπούση</p>
<p>Καμιά ντουζίνα αιώνες μετά που η ανθρωπότητα είχεν εξαπλωθεί ώσπερ η επάρατος σε αμέτρητου ς πλανήτες του Γαλαξία φύρδην μίγδην που καμιά Υπηρεσία δεν είχεν πλέον πλήρη κατάλογο πώς και πού είχαν αποικίσει όλα εκείνα τα μπουλούκια, εσυνέβει στ&#8217; ανοιχτά του πλανήτη Φλοράνς 4, στο μαύρο σαν κατράμι διάστημα, να βρίσκεται εν πλήρης εξέλιξις η πιο τελευταία και πιο μεγαλύτερη σύγκρουση ενός εξοντωτικού διαστρικού πολέμου που χρόνια τώρα καταταλαιπωρούσεν τόσον τες αήττητες δυνάμεις της Γαλαχτικής Ομοσπονδίας της Γης όσον και τες αήττητες δυνάμεις του Αγνώστου Εχθρού. Αμέτρητες ήνταν οι ως τώρα απώλειες σε έμψυχον και άψυχον υλικόν &#8211; και ειδικά το άψυχον ήνταν το σημαντικότερον καθότι από έμψυχον η Ομοσπονδία είχε να φαν&#8217; κι οι κότες που λέει ο λόγος, ενώ άψυχον &#8230; άντε να ξαναφτιάξουν τόσα χτίρια και μηχανίσματα και περιουσιακά στοιχεία τόσων κατοικημένων πλανητών, όταν οι ίδιοι οι πλανήτες έχουν ολόκληροι ανατιναχτεί ανεπανόρθωτα. Όσο για το πώς άρχισεν αυτός ο σπαραγμός, τρέχα γύρευε να βγάλεις άκρη. Μάλλον κάνας καυγάς στο σκοτεινό κενό μεταξύ αγνώστων συναμεταξύ τους αστροπλοίων. Σού&#8217;πα-μού&#8217;πες, ξέρεις ρε ποιος είμ&#8217; εγώ, τίποτις τέτοια.</p>
<p>  <span id="more-953"></span>  </p>
<p>Έτσι λοιπόν φτάσανε τα πράμματα σ&#8217; ετούτην την κατάντια έξω απ&#8217; τον πλανήτη Φλοράνς 4 κι ο ναύαρχος Πούφτερ, ο νεαρός βετεράνος ανώτατος διοικητής των στόλων της Γαλαχτικής Ομοσπονδίας, έβλεπε, απ&#8217; τες οθόνες ελέγχου της ναυαρχίδος Τακαναπά-νομου, την αρμάδα των αστροπλοίων του ν&#8217; αποδεκατίζεται. Αλλά και τα πλήγματα όπου κατέφερον οι γενναίοι του πλοίαρχοι εναντίον εις τους σχηματισμούς του Εχθρού ήνταν εξίσου συντριπτικά, άλλο πράμμα. Όπερ έδει δείξαι, η τελική έκβαση του μακελειού μέχρι στιγμής παραμένει αβέβαιη, ενώ το γαλαχτικό κενό βογγάει απ&#8217; το πυρηνικό μπουμπουνητό των συγκρούσεων.</p>
<p>Ξαφνικά όμως ο ναύαρχος, εκεί που δεν το περίμενε κανείς, λαβαίνει στη γέφυρα ταχυονικό σήμα απ&#8217; την ναυαρχίδα του Άγνωστου Εχθρού -και μάλιστα σε άπταιστη γεογαλαχτική γλώσσα- με το οποίον ο διοικητής τους ζητάει ανακωχή δια συνάντησις αρχηγών. Αυτό ήνταν πάρα πολύ περίεργο καθότι ποτές των ποτών δεν είχασιν ως τώρα έρθει σε επαφήν οι αντίπαλες κοινωνίες και ούτε είχεν ποτές δει άνθρωπος τον Εχθρό φάτσα με φάτσα. Στις διαστρικές μάχες, ως γνωστόν, δεν υπάρχουν τραυματίες και αιχμάλωτοι παρά μόνον φωτεινά ραδιενεργά αέρια. Πώς έγινε λοιπόν να ξέρει ο Εχθρός φαρσί τη γλώσσα της Ομοσπονδίας; Μυστήριο.</p>
<p>Όμως το πράμμα δεν σήκωνε καθυστερήσεις και λοιπόν ο Πούφτερ απαντάει και δέχεται την πρόταση και αντιπροτείνει επί τόπου νυχτερινή συνάντηση στην έρημο της μίας και μόνης ηπείρου του Φλοράνς 4. Μετά οι δύο ναυαρχίδες αποσπούνται απ&#8217; τους σχηματισμούς τους και λίγο αργότερα μπαίνουν στην παρφουμαρισμένη ατμόσφαιρα του Φλοράνς 4 -εξ ού και επήρε το όνομά του ο πλανήτης τούτος- και ακόμη λίγο αργότερα προσεδαφίζονται.</p>
<p>Μέσα στην ναυαρχίδα Τακαναπά-νομου επικρατεί ο συνηθισμένος οργανωμένος πανζουρλισμός καθώς όλο το στρατιωτικό και τεχνικό προσωπικόν τρέχουν δεξιά κι αριστερά στα καθήκοντά τους σε ρυθμό πανικού. Ο δε ναύαρχος, λουσμένος στον λευκό φωτισμό προσεδάφισης, κατευθύνεται προς το σπηλαιώδες γκαράζ εξόδου όπου τον περιμένουν οι τεχνικοί που θα τον ντύσουν την στολή μάχης και θα τον κλείσουν στην στενή καμπίνα ελέγχου ενός μαντράχαλου ρομπότ πέντε μέτρα μπόι, που με αυτό θα βγει απ&#8217; τες διπλές πύλες του γκαράζ στο έδαφος για ν&#8217; αντιμετωπίσει το ραντεβού με τον Άγνωστο Εχθρό.</p>
<p>Τελικά, ο ναύαρχος Πούφτερ, φορώντας το ρομπότ -ή το ρομπότ, κουβαλώντας στα σπλάχνα του τον ναύαρχο- πατάει την ποικιλόχρωμη άμμο του πλανήτη και, απ&#8217; την εσωτερική οθόνη του, εντοπίζει σε μικρή απόσταση τη δισκόμορφη ναυαρχίδα του Εχθρού, να πάλλεται με φόντο τον ουρανό του Φλοράνς 4 που αστράφτει στο κέντρο του Γαλαξία, λαμπερός απ&#8217; το αμέτρητο πλήθος των άστρων που συνωστίζονται.</p>
<p>Τότε δεν περνάει μισό λεφτό και ένα τμήμα του τρούλου της άλλης ναυαρχίδας συμπτήσσεται και απλώνει μια ράμπα κι από κει κατεβαίνει στο έδαφος ένα γυαλιστερό χρυσοπράσινο πλάσμα, πανύψηλο όσο και το ρομπότ που φορούσε ο ναύαρχος περίπου, και αρχίζει να τον πλησιάζει αργά αλλά σταθερά.</p>
<p>&#8211; Ναύαρχε Πούφτερ!, ακούγεται η ενισχυμένη βροντώδης και μεταλλική φωνή του γίγαντα Εχθρού. «Λέγομαι Βέρα και είμαι στρατηλάτης των δυνάμεων των Φάκμι. Και ωφείλω να δηλώσω ότι μένω κατάπληκτος απ&#8217; το παρουσιαστικό σας και το μπόι σας».</p>
<p>Αμ εγώ να δεις! σκέφτεται ο καλός σου ο ναύαρχος. Όμως, δεν έχει φτάξει εις το ανώτατο στρατιωτικό αξίωμα όντας αργόστροφος αλλά επειδής ακριβώς μπορεί να λαβαίνει αστραπιαίες και σωστές αποφάσεις. Ετούτη η ικανότητά του είναι παροιμιώδης. Και εξάλλου, εδώ που τα λέμε, είναι και κατευθείαν απόγονος του πανάρχαιου Έλληνος πανoύργoυ και ηρωικού Οδυσσέα, άσχετον αν όχι μόνον δεν έχει ιδέα περί αυτού του πράγματος αλλά ούτε απαυτός του ούτε κανένας άλλος εδώ και αιώνες γνωρίζει καν τίποτες περί Οδυσσέα. Αυτά όμως είναι αναπόφευκτα σε τέτοιου είδους περιπτώσεις διαστρικής ανάπτυξης και προόδου, τι να κάνουμε;</p>
<p>Τελoσπάντων, ο ναύαρχος δεν χάνει καιρό με σκέψεις περί ανακωχή και άσκοπες κουβέντες αλλά οδηγεί με βήμα ταχύ το ρομπότ του καταπάνω στον απαστράπτοντα πανύψηλο Εχθρό, ο οποίος ίσα-ίσα προφταίνει να βροντοφωνάξει «Κρατήστε την απόσταση» πριν αρχίσει να δέρνεται ανηλεώς απ&#8217; το ρομπότ που κυβερνάει ο Πούφτερ, με αλλεπάλληλα και αποτελεσματικά χτυπήματα στο κεφάλι και στον λαιμό χωρίς να μπορεί να αμυνθεί καθόλου, έτσι ξαφνιασμένος που είναι, και ζωσμένος από ηλεκτρικές εκκενώσεις και πολύχρωμες σπίθες και καπνούς απ&#8217; τα χτυπημένα του μέρη, ο στρατηλάτης Βέρα γκρεμίζεται στην άμμο σε κακό χάλι να τον κλαίν&#8217; κι οι ρέγγες.</p>
<p>Ο ναύαρχος Πούφτερ, πολεμικό είδωλο όλων των κόσμων της Ομοσπονδίας στο άνθος της ηλικίας του, αποσυνδέεται απ&#8217; τον θαλαμίσκο του και ξεπετιέται σαν αίλουρος απ&#8217; το ρομπότ με τον πυρηνικό διασπαστήρα στην παλάμη. Τα παντοειδή εξαρτήματα της σκοτεινής στολής μάχης που φοράει αντανακλάνε το φως των τόσων άστρων. Και τα μάτια του πετιόνται γουρλωμένα πίσω απ&#8217; τα διάφορα φίλτρα της κάσκας και πάει να του φύγει το τσερβέλο απ&#8217; τα απίθανα που ξετυλίγονται μπροστά του.</p>
<p>Διότι, ενώ απ&#8217; τον πεσμένον μπρούμυτα Βέρα ακούγονται κατιτίς παθιάρικες μελωδίες από βιολί, ανοίγει μια ως τότε αόρατη ερμητική θυρίδα ανάμεσα στις ωμοπλάτες του κι από μέσα ξετρυπώνει -αν είναι δυνατόν!- μια ωραία μελαχροινή δεσποινίς με αμυγδαλωτά μάτια να την πιεις στο ποτήρι, φέρουσα ροζ στολή από εφαρμοστό, αλλά «πολύ» εφαρμοστό, υλικό. Ο Εχθρός προφανώς εχρησιμοποίησεν τον ίδιον τρόπον παραπλάνησης δια ρομποτικού εξωσκελετού. Αλλά όμως, τι Εχθρός!</p>
<p>&#8211; Δε &#8230; δεν μπορεί&#8230;, αρθρώνει με δυσκολία ο Πούφτερ. «Και τόσον καιρό νομίζαμε πως είχαμε να κάνουμε με κάποιαν αδυσώπητη, αιμοσταγή, αιμοβόρα, αιμοδιψή, αιμοχαρή, ανελέητη και απάνθρωπη ράτσα! .. Ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σας; Θα πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα .. .»</p>
<p>&#8211; Το ελπίζω κι εγώ, Ναύαρχε Πούφτερ, απαντάει γλυκά και σκερτσόζικα η στρατηλάτις Βέρα. «Αλλά, πέστε μου πρώτα: έχετε στην Ομοσπονδία τον θεσμό του γάμου; Και αν ναι, υπάρχουν αρκετοί ελεύθεροι άνδρες; Στους πλανήτες των Φάκμι επικρατεί, ξέρετε, τρομερή λειψανδρία».</p>
<p>Βεβαίως, εννοείται ότι σε ολίγες μέρες πόλεμος δεν υπήρχεν πλέον ούτε για δείγμα. Ο δε ναύαρχος Πούφτερ έφευγεν με την ωραία Βέρα δια τον μήνα του μέλιτος σε μαγικούς Γαλαξίες.</p>
<p><em> </em></p>
<p><em>Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε ειδικά για το περιοδικό «Ιδεοδρόμιο» στα τέλη του 1993. Βιογραφία του Koυτρουμπούση και κοινωνικές αναδρoμές υπάρχουν σε έκταση σε μια συνέντευξη στο περιοδικό «MERLIN&#8217;S», Νο 6/95/600 ΔΡΧ. Στο περιοδικό μας, ειδικοί συνεργάτες μαζί με τον Λεωνίδα Χρηστάκη ετοιμάζουν κάποιο άλλο αποκαλυπτικό στον Πητ, Πάνο ή Παναγιώτη Kουτρουμπούση αφιέρωμα. </em></p>
<p><em> </em></p>
<p><em>Κ.Δ.Ο.Α. (=Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Άγνοια)</em></p>
<p> </p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%bf%cf%8d/">Το τέλος του μακροχρόνιου σπαραγμού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/%cf%84%ce%bf-%cf%84%ce%ad%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%b1%ce%ba%cf%81%ce%bf%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%bf%cf%8d/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Ο λιποτάκτης</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/lipotakths/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=lipotakths</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/lipotakths/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 05:37:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=952</guid>

					<description><![CDATA[<p>Του Μίλαν Κούντερα Ο Όμηρος δεν αμφισβητεί τους λόγους που οδήγησαν τους Έλληνες στην πολιορκία της Τροίας. Αλλά ο Ευριπίδης, όταν ύστερα από αιώνες ρίχνει το βλέμμα του στον ίδιο αυτό πόλεμο, καθόλου δε&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/lipotakths/">Ο λιποτάκτης</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h3></h3>
<h3>Του Μίλαν Κούντερα</h3>
<p>Ο Όμηρος δεν αμφισβητεί τους λόγους που οδήγησαν τους Έλληνες στην πολιορκία της Τροίας. Αλλά ο Ευριπίδης, όταν ύστερα από αιώνες ρίχνει το βλέμμα του στον ίδιο αυτό πόλεμο, καθόλου δε θαυμάζει την Ελένη, και δείχνει τη δυσαναλογία ανάμεσα στην αξία αυτής της γυναίκας και στις χιλιάδες ζωές που θυσιάστηκαν γι&#8217; αυτήν. Στον <em>Ορέστη</em> βάζει τον Απόλλωνα να λέει: &#8221;[την Ελένη] τη στείλανε στη γη οι θεοί, για να βάλει να πολεμήσουνε εξαιτίας της καλλονής της οι Έλληνες με τους Τρώες, και έτσι να σκοτωθεί πολύς κόσμος και ν&#8217; αδειάσει η γη απ&#8217; αυτό το ανυπόφορο πλήθος των ανθρώπων&#8221;(*). Ξάφνου τα πάντα είναι ολοκάθαρα: το νόημα του πλέον ξακουστού πολέμου καμία σχέση δεν είχε με οποιαδήποτε μεγάλη υπόθεση∙ μοναδικός σκοπός του ήταν το μακελειό. Τότε όμως, μπορούμε να μιλούμε ακόμα για το τραγικό;</p>
<p>  <span id="more-952"></span>  </p>
<p>Ρωτήστε γύρω σας ποια ήταν η πραγματική αιτία για τον πόλεμο του &#8217;14. Κανένας δεν θα ξέρει να σας απαντήσει, μολονότι αυτό το απέραντο σφαγείο βρίσκεται στις ρίζες όλου του αιώνα που έκλεισε πρόσφατα και όλων των δεινών του. Να μας έλεγε τουλάχιστον κανείς πως οι Ευρωπαίοι σκοτώθηκαν μεταξύ τους για να σώσουν την τιμή ενός κερατά!</p>
<p>Ο Ευριπίδης δεν έφτασε ως το σημείο να βρει κωμικό τον πόλεμο της Τροίας. Το βήμα αυτό το έκανε ένα μυθιστόρημα. Ο στρατιώτης Σβέικ του Χάσεκ αισθάνεται να τον αφορούν τόσο λίγο οι σκοποί του πολέμου, που δεν τους αμφισβητεί καν∙ δεν τους ξέρει∙ δεν προσπαθεί να τους μάθει. Είναι φριχτός ο πόλεμος, αλλά αυτός δεν τον παίρνει στα σοβαρά. Δεν παίρνει κανείς στα σοβαρά κάτι που δεν έχει νόημα.</p>
<p>Κάποιες στιγμές μπορεί η Ιστορία, με τις μεγάλες υποθέσεις της και με τους ήρωές της, να εμφανίζεται γελοία, ακόμα και κωμική, είναι όμως δύσκολο, απάνθρωπο, έως και υπεράνθρωπο, να τη βλέπουμε μονίμως έτσι. Ίσως μπορούν οι λιποτάκτες. Ο Σβέικ είναι λιποτάκτης. Όχι με τη νομική έννοια του όρου (αυτός που εγκαταλείπει παρανόμως το στρατό), αλλά με την έννοια της απόλυτης αδιαφορίας απέναντι στη μεγάλη συλλογική σύγκρουση. Από όλες τις απόψεις, πολιτική, νομική, ηθική, ο λιποτάκτης εμφανίζεται ενοχλητικός, καταδικαστέος, σχεδόν ταυτόσημος με τους δειλούς και τους προδότες. Το βλέμμα του μυθιστοριογράφου τον βλέπει διαφορετικά: λιποτάκτης είναι αυτός που αρνείται να δεχτεί πως έχουν νόημα οι αγώνες των συγχρόνων του. Που αρνείται να δει τραγικό μεγαλείο στις σφαγές. Που απεχθάνεται την ιδέα να συμμετέχει σαν γελωτοποιός στην κωμωδία της Ιστορίας. Ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα είναι συχνά διαυγής, πολύ διαυγής, αλλά κάνει έτσι τη θέση του δυσβάστακτη∙ τον αποκόβει απ&#8217; τους δικούς του∙ τον απομακρύνει από την ανθρωπότητα.</p>
<p align="center">(Στον πόλεμο του &#8217;14 όλοι οι Τσέχοι ένιωθαν ξένοι προς τους σκοπούς για τους οποίους τους είχαν στείλει να πολεμήσουν η Αυτοκρατορία των Αψβούργων∙ άρα ο Σβέικ, περιτριγυρισμένος από λιποτάκτες, ήταν μοναδική περίπτωση λιποτάκτη: ένας ευτυχισμένος λιποτάκτης. Όταν σκέφτομαι την τεράστια δημοτικότητα που έχει ακόμα στη χώρα του, μου περνάει από το νου η ιδέα πως τέτοιες μεγάλες συλλογικές καταστάσεις, καταστάσεις σπάνιες, σχεδόν κρυφές, που δεν τις μοιράζονται άλλοι, μπορούν να προσδώσουν ακόμα και λόγο ύπαρξης στη ζωή ενός έθνους.</p>
<p>(*) Μετάφραση Γιάννη Τσαρούχη, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1989, σ. 126.</p>
<p> Από το βιβλίο &#8221;ο πέπλος&#8221;, ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΕ ΕΦΤΑ ΜΕΡΗ του ΜΙΛΑΝ ΚΟΥΝΤΕΡΑ, Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΧΑΡΗΣ από τις εκδόσεις <em>βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ.</em></p>
<p><a href="http://dimentes12.blogspot.com/2009/11/blog-post_19.html">http://dimentes12.blogspot.com/2009/11/blog-post_19.html</a></p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/lipotakths/">Ο λιποτάκτης</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/lipotakths/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>&#8220;Ο Μοσκώβ-Σελήμ&#8221;,</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/q-q/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=q-q</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/q-q/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 05:33:44 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=951</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ο πόλεμος και η άρνηση στράτευσης στη λογοτεχνία &#8220;Ο Μοσκώβ-Σελήμ&#8221;, του&#160; Γ.Μ. Βιζυηνού …………………………………….. Ο Σελήμ, αφού επί τινα ώραν έμεινε συλλογισμένος, ως εάν προσεπάθει να συγκεντρώση τας δυνάμεις του, εχαμήλωσεν αιδημόνως τους οφθαλμούς&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/q-q/">&#8220;Ο Μοσκώβ-Σελήμ&#8221;,</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο πόλεμος και η άρνηση στράτευσης στη λογοτεχνία</p>
<p>&#8220;Ο Μοσκώβ-Σελήμ&#8221;, του&nbsp; Γ.Μ. Βιζυηνού</p>
<p>……………………………………..</p>
<p>Ο Σελήμ, αφού επί τινα ώραν έμεινε συλλογισμένος, ως εάν προσεπάθει να συγκεντρώση τας δυνάμεις του, εχαμήλωσεν αιδημόνως τους οφθαλμούς και ήρχισε να διηγήται μετά φωνής ασθενούς και παλλομένης, ούτως ως εάν εξήρχετο από χαλασμένου μουσικού οργάνου:</p>
<p>&#8211; Εγεννήθην από Μπέηδες και είχα πλουσίαν οικογενείαν. Είχα ακόμη δυο αδελφούς ομομητρίους. Επειδή δε ήμην ο τελευταίος, και αδελφήν δεν είχομεν, η μητέρα μας η συγχωρεμένη, όχι μόνον δεν ήθελε να με εβγάλη από το &#8220;χαρέμι&#8221;, αλλά και μ&#8217; εστόλιζεν ως να ήμουν κόρη. &#8216;Ηθελε βλέπεις η καϋμένη να γελά τον εαυτόν της και [να] παρηγορή την λύπιν της, διότι δεν είχε κ&#8217; εκείνη μίαν θυγατέρα. &#8216;Εγινα δώδεκα χρόνων παιδί και ακόμη είχα μακρυά μαλλιά, &#8220;κηνιασμένα&#8221; νύχια, βαμμένα μάγουλα, κ&#8217; εφορούσα κοριτσίστικα φορέματα. Η μητέρα μ&#8217; εκαμάρωνε &#8211; Θεός συγχωρέσοι την! &#8211; τόσω περισσότερον, όσω φανερώτερονν ήτο, ότι μόνον εγώ την ωμοίαζα καθ&#8217; όλα. Εγώ, ενόσω ήμην μικρός, υπέφερα να με ζωγραφίζουν και να με στολίζουν ωσάν κούκλα. Ενόσω όμως εμεγάλωνα, επερίσσευε και η αηδία μου διά τα χαϊδεύματα των γυναικών. Αυτό προξενούσε μεγάλην θλίψιν εις την καλήν μου την μητέρα, διότι το έβλεπεν η καϋμένη πως ήμουν ανυπόμονος, πως δεν έβλεπα την ώρα να πετάξω έξω από τα χέρια της. Τον πατέρα μας τον έβλεπα πολύ σπανίως<sup>.</sup> ήταν υπερήφανος, αυστηρός άνθρωπος και δεν ωμιλούσε πολύ εις το χαρέμι. Εμένα ποτέ δεν μ&#8217; επήρεν εις την ποδιάν του να με χαϊδεύση<sup>.</sup> θαρρείς πως μ&#8217; εσυχαινόνταν όταν μ&#8217; έβλεπε με μακρυά μαλλιά και κοριτσίσια ρούχα. Ποτέ δεν μ&#8217; εχάρισε τίποτα, και πάντοτε με ωνόμαζε με εμπαιχτικά παρονόματα. &#8216;Ηταν όμως και παλληκαράς άνθρωπος<sup>.</sup> αγαπούσε πολύ τα άλογα και τα όπλα και επερίπαιζε τα γυναικίστικα πράγματα. Εγώ μέσα τον ελάτρευα<sup>.</sup> κ&#8217; επιθυμούσα να γίνω σαν εκείνον, ωπλισμένος καβαλάρης, τόσω θερμότερα, όσω περισσότερον επέμεναν να με κρατούν εις το χαρέμι!</p>
<p>  <span id="more-951"></span>  </p>
<p>&#8211; To βλέπω πως δεν μ&#8217; αγαπάς εμένα, με είπεν η μητέρα μου μίαν ημέραν, ενώ εχάιδευε τα μαλλιά μου. Καϋμένο παιδί! Δεν το ξεύρεις πως ο πατέρας έχει τώρα και άλλην γυναίκα, πως εμάς δεν θέλει πια να μας γνωρίζει! Αν πας κ&#8217; εσύ μαζί του, εγώ θ&#8217; αποθάνω! Το ξεύρεις; &#8211; Μα έχει και εύμορφο &#8220;άτι&#8221; ο πατέρας, είπα εγώ τότε, ωσάν παιδί, έχει και χρυσά πιστόλια εις την μέση, γι&#8217; αυτό έχει και άλλην γυναίκα. &#8211; Καλά, είπεν η μητέρα μου, ύστερα αφού εσκέφθη πολλήν ώρα λυπημένη. Το μπαϊράμι δεν είναι μακρυά αρνί μου. Αν θέλης να μ&#8217; αγαπάς όσον σ&#8217; αγαπώ εγώ, και πιστόλια θα σε αγοράσω τότε και ό, τι άλλο θελήσης. Δος με μόνον την υπόσχεσί σου πως δεν θα γένης και συ αδιάφορος σαν τ&#8217; άλλα σου τ&#8217; αδέλφια. &#8211; Καθώς είπα, θα ήμην έως δώδεκα χρόνων παιδί, και θαρρώ πως άλλο από το γάλα που μ&#8217; εβύζαξε, τίποτα δεν ημπόρεσε να με αφομοιώση τόσον εις την μητέρα μου, όσον η υπόσχεσις ότι θα μ&#8217; εβγάλη τα κοριτσίστικα και [θα] με φορέση πιστόλια. Αγάπην &#8211; αγάπην ησθανόμην δι&#8217; αυτήν άπειρον και μόνον δι&#8217; αυτήν την αγάπην της εστάθη δυνατόν να με έχουν τόσον καιρό μεταμορφωμένον και φυλακισμένον. Από την στιγμήν όμως που με έδωκε να καταλάβω, ότι ο πατέρας την καταφρονεί προς χάριν μιας άλλης, δεν ήξευρα με ποιον τρόπον να της φανερώσω την αγάπην μου όσον το δυνατόν περισσότερον. Ποτέ δεν έφευγα από κοντά της. Ποτέ δεν παρήκουσα τους λόγους της. &#8211; &#8216;Οταν με αγαπάς εσύ, έλεγε πολλές φορές η μητέρα μου &#8211; Θεός σχωρέσοι την, &#8211; δεν αισθάνομαι την περιφρόνησι των άλλων. Ιδέ τ&#8217; αδέλφια σου, επήραν από τον πατέρα τους<sup>.</sup> δεν έχουν καρδιά μέσα στα στήθια. Μόνον εσύ ωμοίασες εμένα. Ο Θεός να σε δώση την ευλογία του!</p>
<p>Το μπαϊράμι δεν άργησε να έλθη, κ&#8217; εγώ ευρέθηκα έξαφνα παλληκαράκι με το &#8220;τιπελίδικό&#8221; μου το &#8220;φέσι&#8221;, με πράσινα &#8220;τζαμεντάνια&#8221; και &#8220;ποτούρια&#8221;, με χρυσοκέντητα &#8220;τοζλούκια&#8221;, και κατά την υπόσχεσιν της μητρός, με δύο μικρά &#8220;πιστολάκια&#8221; εις το μεταξωτό μου ζωνάρι.</p>
<p>Επήγα να πετάξω από την χαρά μου. Πρώτα πρώτα έτρεξα να αγκαλιασθώ τον πατέρα μου. Τώρα πλέον δεν θα με περιπαίζη. Τώρα θα τον αρέσω. &#8216;Οσην χαρά άλλην τόσην λύπην επήρα, όταν με είδε κ&#8217; εξύνισε το αυστηρό του πρόσωπο, και είπε πως δεν ηξεύρω να περπατώ σαν αγόρι!</p>
<p>&#8216;Ελεγα άλλοτε με τον νου μου: αν δεν με αγαπά ο πατέρας ίσα με τ&#8217; άλλα μου τ&#8217; αδέλφια, φταίουν τα κοριτσίστικά μου φορέματα. Επερίμενα λοιπόν να με πάρη με το καλό, τώρα που ενδύθηκα ωσάν εκείνον, που εκαβαλίκευα περήφανος το αλογάκι κ&#8217; επήγαινα εις το σχολείο. Τίποτε. Πάντοτε εγώ ήμην ο ανίκανος, ο δειλός, ο συχαμερός. &#8216;Ο, τι και αν έκαμνα, πάντοτε έφταια. &#8216;Ελυωνε η καρδιά μου, όταν έβλεπα πως ο πατέρας με κανένα τρόπον δεν ήθελε να με αγαπήση. Και όχι μόνον αυτό. Εθύμωνε όταν έβλεπε πως ο μεγαλύτερος αδελφός μου δεν άφινε τον μεσιανό να με καοκομεταχειρίζεται.</p>
<p>Το εναντίον, η μητέρα μου που τα εμάθαινε όλα προσπαθούσε να με κρατήση όσον το δυνατόν περισσότερον καιρόν κοντά της εις το χαρέμι, με την πρόφασιν ότι μ&#8217; εδίδασκε το μάθημά μου. &#8216;Ηταν από μεγάλη οικογένεια και ήξευρε γράμματα. Κ&#8217; εγώ το ήθελα να είμαι κάποτε μαζί της, διότι το έβλεπα πως ήτο δυστυχής, και ότι είχε πολλήν παρηγοριά όταν είμεθα μαζί, και ημπορούσε να με λέγη πόσες πίκρες την επότιζε η δεύτερη γυναίκα του ανδρός της. Η καρδιά μου έσταζεν αίμα όταν τα άκουα, μα ποτέ δεν απεφάσισα να μαλώσω με κανένα, να υπερασπιθώ την μητέρα μου διά την αδικία που υπέφερε. Διότι η μόνη μου επιθυμία ήτο να μ&#8217; αγαπήση ο πατέρας μου. Λοιπόν έκαμνα ό, τι ήξευρα πως τον ευχαριστούσε, και προ πάντων προσπαθούσα να είμαι το ένα με τον μεγάλο μας αδελφό, εις τον οποίον είχεν ο γέρος πολλήν αδυναμίαν. Τον έμοιαζεν ως την τρίχα τον πατέρα μας, μα ήταν πολύ μαλακός, πολύ καλόκαρδος νέος. Πολλές φορές τον άκουσα να μ&#8217; επαινή εις τον πατέρα, πολλές φορές προσπάθησε να με βάλη στην καρδιά του &#8211; εστάθηκεν αδύνατο. &#8216;Εγινα δεκαοχτώ χρονών παλληκάρι, ένα γλυκό λόγο δεν άκουσα από τα χείλη του. Εκεί μια μέρα ήλθαν να κληρώσουν στρατιώτας κ&#8217; εβγήκεν ο κλήρος του αδελφού μου του μεγάλου.</p>
<p>&#8211; Χαίρω, πολύ χαίρω, είπεν ο πατέρας, όταν του εφέραμεν την είδησι. Ο Σερασκέρης είναι κάπως συγγενής μας, και αφού &#8220;κισμέτι&#8221; σου ήταν να γένης στρατιώτης, θέλω να γένης μαγάλος εις τα σταρτιωτικά. Θα στείλω ένα γράμμα εις τον Σερασκέρη και θα κάμης καθώς σε παραγγείλω.</p>
<p>Ο αδελφός μου έχασε την θωριά του, και καθώς έστεκε με σταυρωμένα χέρια εμπρός του, έτρεμε σαν το φύλλο. Ο πατέρας καθώς είπα, τον αγαπούσε περισσότερο από τους άλλους, μα ήταν αυστηρός, σκληρός άνθρωπος<sup>.</sup> εκείνο που ήθελε, έπρεπε να γίνη.</p>
<p>&#8211; Δεν είναι τίποτε για να φοβηθή κανείς, εξακολούθησε να λέγη ο πατέρας, όσον είναι γραφτό του ν&#8217; αποθάνη με το μολύβι θ&#8217; αποθάνη. Ακούω έξω βροντά το τουμπελέκι &#8211; οι νεοσύλλεκτοι μαζεύονται για να διασκεδάσουν &#8211; άιντε, πήγαινε ναυρής τους συντρόφους σου.</p>
<p>Ο ίδρως έσταζε από το πρόσωπο του αδελφού μου, τα μάτια του ήταν βαθειά σκοτιδιασμένα. Ο πατέρας δεν εγύρισε να τον ιδή. Αν δεν επρόφθανα να βάλω το χέρι μου αποκάτω στην μασχάλη του, να τον κρατήσω, θα έπεφτε λιποθυμισμένος εκεί πέρα. Ο πατέρας εγύρισε το πρόσωπό του από την άλλη μεριά, εσηκώθηκεν από το &#8220;μεντέρι&#8221;, και χωρίςνα προσθέση τίποτε, χωρίς να καλονυχτίση, επήγεν εις το χαρέμι. &#8216;Αλλη φορά ποτέ δεν είχε πάγει τόσον ενωρίς εις το χαρέμι.</p>
<p>&#8216;Ηταν επάνω &#8211; κάτω δειλινό<sup>.</sup> τα &#8220;τουμπελέκια&#8221; έρχονται ολονέν κοντήτερα<sup>.</sup> φωνές ακούονταν: &#8220;Πολλά τα έτη του Σουλτάνου&#8221;!<sup>.</sup> βιολιά και λαγούτα ακούσθησαν έξω από την θύραν μας &#8211; ήρχονταν να το πάρουν. Ο αδελφός μου εχύθη εις το λαιμό μου, έκρυψε το πρόσωπό του εις τα στήθια μου, και με κάτι κλάμματα που εράγιζαν την καρδιά σου, με μια φωνή βαθειά βαθειά και απελπισμένη: &#8211; Δεν πηγαίνω! είπεν. Θα με σκοτώσουν εις τον πόλεμο. Δεν βαστώ να πάγω!</p>
<p>&#8211; Μην απελπίζεσαι, του είπα, αφέντη μου<sup>.</sup> είναι καιρός ακόμη έως ότου να πας<sup>.</sup> ο πατέρας μπορεί ακόμη να σ&#8217; εξαγοράση<sup>.</sup> και αν δεν το κάμη, εγώ πηγαίνω εις τον τόπο σου. Μη φοβάσαι!</p>
<p>Ο θόρυβος έφθασεν επάνω στην σκάλα<sup>.</sup> το πράσινο &#8220;μπαϊράκι&#8221;, η σημαία της στρατολογίας, εφάνηκεν εμπρός. Οι νεοσύλλεκτοι κατόπιν. Μερικοί ήσαν μεθυσμένοι από κρασί και αφιόνι<sup>.</sup> μερικοί ήσαν μεθυσμένοι χωρίς να έπιαν τίποτε. &#8216;Ολοι όμως εφαίνονταν χαρούμενοι, και ας μην ήσαν καθόλου.</p>
<p>&#8211; &#8216;Ελα, αδελφέ Χασάνη, εφώναξεν ο σημαιοφόρος, ένας κοντός και χοντρός κακής διαγωγής άνθρωπος. Η Βασιλεία μας δίδει οχτώ μέρες διορία, να χαρούμε όπως θέλουμε, πριν έμβουμε στ&#8217; &#8220;ασκέρι&#8221;. &#8216;Ελα. Και σαν έχης στο μάτι καμμιάν εύμορφη ρωμιά και σαν έχης κανένα από τους γκιαούρηδες &#8220;καρίζι&#8221; &#8211; έλα<sup>.</sup> να καιρός τώρα να βγάλης το &#8220;άχτι&#8221; σου. &#8216;Ο, τι κι αν κάνη κανείς τώρα, όλα σχωρεμένα.</p>
<p>Ο καϋμένος αδελφός μου! έμοιαζε τον πατέρα μου στην όψι, σκληρός και άγριος απ&#8217; έξω, και κανένας δεν επίστευε πόσο μαλακός, πόσο ήμερος ήταν στην καρδιά. Και ήρχονται να τον πάρουν αρχηγό τους διά δαρμούς και σκοτωμούς, διά κλεψιές και μπερμπατιές που ελογάριαζαν να κάμουν!</p>
<p>Τα βιολιά έπαιζαν κάτω εις το κατώγι<sup>.</sup> οι δούλοι εμαζεύθηκαν όλοι μέσα στη σάλα<sup>.</sup> ο αδελφός ήταν κίτρινος σαν το κερί. Ο &#8220;μπαριακτάκης&#8221; τον πήρε και τον μίλησε ιδιαιτέρως. Αν ήμουν εγώ, ποτέ δεν θα μ&#8217; έπαιρναν μαζί τους. Μα ο αδελφός μου δεν είχε θέληση. Σαν τους είδε όλους με τόση ψευτοπαλληκαριά, παραδώθηκε θαρρείς εις την προαίρεσί τους. Εκρέμασε το κεφάλι του και τους ακολούθησε. Δεν πειράζει, είπα μέσα μου, ας πάγη μαζί τους να διασκεδάση. Θα πάρη θάρρος. Αφού το θέλει ο πατέρας, δεν είναι τρόπος να μην πάγη στρατιώτης. Εκείνη την νύκτα δεν ήλθε να κοιμηθή στο σπίτι<sup>.</sup> κ&#8217; επειδή επρόφθασε κ&#8217; έφυγε και ο άλλος αδελφός μου μαζί τους, εγώ ο μικρότερος έπρεπε να μη λείψω από το &#8220;σελαμλίκι&#8221;. Τα τύμπανα βροντούσαν όλη νύχτα, και δυο φορές έστειλα να εξετάσουν οι δούλοι μην τύχη και τον εμέθυσαν άσχημα. Δεν είχε τίποτε ως τα μεσάνυχτα.</p>
<p>Το πρωί πρωί εβγήκα να πάγω να τον πάρω, γιατί ένοιωσα τον άλλον αδελφό μου που ήλθε μόνος και επλάγιασεν εις το κρεββάτι. Δεν επήγα πολύ μακρυά, να ο &#8220;Μπαριακτάρης&#8221;, με πεντέξη νεοσύλλεκτους καταπόδι του, με κρεμασμένα κεφάλια και &#8220;αυτός ο τοίχος δικός μου!&#8221;, &#8220;αυτός ο τοίχος δικός σου!&#8221;. Τόσω μεθυσμένοι ήσαν.</p>
<p>&#8211; Πού είναι ο Χασάν ο αδελφός μου; τον ηρώτησα.</p>
<p>&#8211; Επήγε στο διάβολο! εμούγκρισεν εκείνος, βραχνά βραχνά. &#8216;Αφησε τα συντρόφια του κ&#8217; επήγε στο διάβολο!</p>
<p>Ετοιμαζόμην να προχωρήσω, όταν είδα τον δούλο ενός πλουσίου νέου.</p>
<p>&#8211; Ο αδελφός μου ψες το βράδυ ήταν με τον αφέντη σου, του λέγω<sup>.</sup> ξέρεις πού είναι τώρα;</p>
<p>&#8211; Πάλε μ&#8217; εκείνον είναι, απήντησεν αυτός κ&#8217; έκλεισε πονηρά το μάτι.</p>
<p>&#8211; Μα πού είναι; Στο κονάκι σας;</p>
<p>&#8211; Θεός φυλάξοι! λέγει αυτός, τέτοια φτερουγιασμένα πουλιά μεσ&#8217; στο κλουβί τι θέλουν;</p>
<p>&#8211; Δεν έχω διάθεσι ν&#8217; ακούω τες συχαμάρες σου, του λέγω τότε. Ξεύρεις να με πης τι έγινε ο αδελφός μου;</p>
<p>&#8211; Ξεύρω, είπεν εκείνος τότε με αυθάδεια. &#8216;Εγινε λιπόστρατος.</p>
<p>Δεν επρόφθασε να πη την λέξι, τον αρπάζω από το καρύδι του λαιμού με τόσην δύναμι, όπου τα μάτια του εβγήκαν σαν τα αυγά από την θέσιν τους.</p>
<p>&#8211; Σκύλλε, του είπα, πάρε πίσω αυτήν την βλαστημιά, ειδεμή σε παίρνω την ζωή σου!</p>
<p>&#8211; Αμάν! αμάν! εβόγγησεν εκείνος μισοπνιγμένος<sup>.</sup> άφησέ με και δεν το λέγω. Δεν το είπα κανενός άλλου.</p>
<p>&#8211; &#8216;Ελα εδώ, άθλιε, του είπα τότε, και τον έσυρα μέσα εις το σπίτι.</p>
<p>&#8211; Εγώ δεν φταίγω τίποτε, είπεν<sup>.</sup> είμαι δούλος κ&#8217; έκαμα ό, τι μ&#8217; επρόσταξαν<sup>.</sup> ετοίμασα τ&#8217; άλογα και τους εφύλαγα έξω από το χωριό<sup>.</sup> τ&#8217; άλλα τα χρειαζούμενα τα έφερε όλα ο αδελφός σου ο δεύτερος. Δεν σε το είπε που τον εβοήθησε να φύγη; θα ήτανε δυό ώρες περασμένα τα μεσάνυχτα που τους εδώκαμε δρόμο.</p>
<p>Του έκλεισα ένα φλουρί στο χέρι, και &#8211; Κύτταξε καλά, του είπα, αν μάθω πως εφλυάρησες τίποτε &#8211; σ&#8217; έχω σκοτωμένο!</p>
<p>&#8216;Υστερ&#8217; από δυο τρεις ώρες εστεκόμουν εμπρός εις το στρατιωτικόν συμβούλιον και έδιδα προφορικήν ομολογίαν: &#8220;Επειδή ο μεγαλείτερός μου αδελφός είναι απαραίτητος εις την οικογένειάν μας, έρχομ&#8217; εγώ να τον αντικαταστήσω κατά το δικαίωμα το οποίον με δίδει ο νόμος και η συνήθεια του τόπου&#8221;.</p>
<p>Η υπόληψις της οικογενείας μας ήτο μεγάλη, ο πατέρας μου, εάν ήθελε, ημπορούσε να τον εξαγοράση τον αδελφό μου. Το συμβούλιο λοιπόν δεν εψιλολόγησε πολλά πράγματα<sup>.</sup> ο γραμματεύς έσβυσε το όνομα του Χασάν και έγραψε το ιδικό του. &#8216;Εδωκα τον όρκον εις τον Σουλτάνον και την σημαίαν, και εσκεπτόμουν καθώς έβγαινα την θύρα με τι τρόπο ν&#8217; αναφέρω το πράγμα στον πατέρα μου. Ο γέρος ήταν φιλότιμος, υπερήφανος, ιδιότροπος άνθρωπος<sup>.</sup> εμπρός εις την υπόληψίν του την ζωή δεν την είχε τίποτε. Στου κόσμου τα μάτια την έσωσα την υπόληψί μας<sup>.</sup> κανείς δεν είχε το δικαίωμα να είπη τον αδελφό μου λιπόστρατον, αφού εγώ ήμην ο νεοσύλλεκτος. Αλλά ο πατέρας; ο πατέρας ελογάριαζε τα πράγματα με τον ιδικό του τον τρόπο &#8211; πώς θα τον εύρη άρα γε αυτό που έγινε;</p>
<p>Εκεί που είχ&#8217; αυτά στον νουν μου κ&#8217; εκαταίβαινα την σκάλα, να ένας ταχυδρόμος ώρμησε μέσα στην αυλή του διοικητηρίου. Το άλογό του έπλεεν εις τον ίδρω, &#8211; Βασιλικό διάταγμα: Οι νεοσύλλεκτοι να ξεκινήσουν αυτήν την στιγμή διά την Αδριανούπολι. Μ&#8217; εφώναξαν οπίσω και με κράτησαν, και έστειλαν να συναθροίσουν και τους άλλους.</p>
<p>Τότε δεν ήξευρα ακόμη τ&#8217; είν&#8217; ο στρατιώτης<sup>.</sup> ένα λεπτό, τους παρεκάλεσα, να πεταχτώ, ν&#8217; αφήσω της μητέρας μου υγείαν &#8211; αδύνατον. &#8216;Ολων τα πρόσωπα ήταν σοβαρά<sup>.</sup> ο αξιωματικός που ήλθε διά την κλήρωσι &#8211; Θεός να σε φυλάξη! Ο ταχυδρόμος ήρχετο από την πρωτεύουσα<sup>..</sup>τον ηρώτησαν τα νέα<sup>.</sup> εις ολίγην ώρα τάμαθεν ο κόσμος: Το κράτος έχει πόλεμο με την Ρουσσία &#8211; ήταν ο πόλεμος της Κριμαίας όπου άρχισε.</p>
<p>Με τον κατάλογο στο χέρι, ο χιλίαρχος εμάνδριζ&#8217; έναν νεοσύλλεκτο μέσα εις ένα &#8220;αχούρι&#8221;<sup>.</sup> εμένα με είχαν βάλει αυττού μέσα πρώτο πρώτο. Ενόμιζες πως του εσκότωσε κανείς από εμάς τον πατέρα του<sup>.</sup> με τέτοιο τρόπο μας εκύτταζε. &#8216;Οσο τον συλλογιούμαι τώρα, θαρρώ πως δεν εχθρεύθηκα, δεν ημπορώ να εχθρευθώ κανένα εις τον κόσμο περισσότερο από εκείνον τον κακούργο!</p>
<p>&#8211; Μια στιγμή! Μισή στιγμή! Εδώ είναι ζωή ή θάνατος. &#8216;Οποιος πηγαίνει δεν ηξεύρει αν θα γυρίση πίσω. Μια στιγμή για να φιλήσω το χεράκι της μητέρας μου, να πάρω την ευχή της!</p>
<p>&#8211; Αδύνατον! Αδύνατον!</p>
<p>&#8216;Οταν μας έβγαλαν εις την αυλή διά ν&#8217; αναχωρήσωμεν, διέκρινα τον δεύτερό μου αδελφόν, μέσα εις το πλήθος που ήλθε ν&#8217; αποχαιρετήση τους ιδικούς του. Δεν ήξευρε τι έκαμα εγώ εις το μεταξύ, και απορούσε πώς εστέκουμουν εις την σειρά με τους νεοσύλλεκτους</p>
<p>&#8211; Ο πατέρας &#8211; είπε, σαν ήλθε κοντά μου &#8211; μ&#8217; έδωκεν ένα γράμμα κ&#8217; ένα πουγγί να τα δώσω του Χασάνη<sup>.</sup> με παρήγγειλε να του ειπώ πως τον στέλλει την ευχή από την μέση της καρδιάς του, να φανή άξιο παιδί του, να μην το ντροπιάση. &#8216;Ηθελε να έλθη και ο ίδιος να τον αποχαιρετήση μα το πράγμα ήλθε πολύ έξαφνα και φοβήθηκε γιατί το παιδί του πάγει στρατιώτης. Πού είναι ο Χασάνης;</p>
<p>&#8211; Εσύ ξεύρεις πολύ καλά πως ο εφέντης ο αδελφός μου είναι εκεί που δεν έπρεπε να είναι, είπα εγώ τότε, και είναι με την σύμπραξί σου. Αλλά καθώς βλέπεις, η θέσις του δεν είναι άδεια Και αν θέλης να μην εύρης αυτήν την φορά τον μπελά σου διά την άτιμη χάρι που του έκαμες, άκουσε τι θα σε ειπώ. Οι χωροφύλακες θα σταλούν κατόπιν εις τους λιποτάκτας με αυστηρή διαταγή να τους πιάσουν. Εσύ που ξεύρεις το καταφύγιό τους, τρέξε να σώσης τον αδελφό μας. Δεν ηξεύρει κανείς πως είναι λιπόστρατος<sup>.</sup> διότι εγώ, πριν ζητηθή εκείνος, έδωκα &#8220;τακρίρι&#8221; κα έγινα δεκτός, καθώς με βλέπεις, εις αντικατάστασίν του.</p>
<p>Ειπέ του λοιπόν να γυρίση αμέσως οπίσω, μην τύχη και μαθευθή ότι έφυγε διά να γλυτώση, και μη προσβληθή η φιλοτιμία της οικογενείας μας. Εις τον πατέρας να πης πως φιλώ το χέρι του με δάκρυα, και παρακαλώ να με δώση την ευχή του<sup>.</sup> ειπέ του, εγώ επαρεκάλεσα τον Χασάνη να με αφήση να πάγω εις την θέσι του. &#8216;Ηξευρα πόσο τον αγαπά ο πατέρας, και δεν ήθελα να τον στερηθή στα γηρατειά του.</p>
<p>Αυτά επρόφθασα και του είπα, όταν έξαφνα εσήμανεν η τρομπέττα. Τα δυο τ&#8217; αδέλφια αγκαλιασθήκαμε με δάκρυα στα μάτια &#8211; ποιος ηξεύρει αν θα ξαναϊδωθούμε! &#8211; η τρομπέττα εσήμανεν ακόμη μια φορά, οι αξιωματικοί εκαβαλίκευσαν.</p>
<p>&#8211; Πάρε αυτό το δαχτυλίδι, είπα, και δος το της μητέρας μου. Πώς ήθελα να ήτανε καμμιά φτωχή γυναίκα, ωσάν αυτές που αγκαλιάζουν τα παιδιά τους εδώ μέσα εις τον κόσμο, διά να ημπορούσα να την έβλεπα ακόμη μια φορά πριν αναχωρήσω, ν&#8217; ακούσω μιαν ευχή από τα χείλη της τα άγια. Μα εκείνη είναι χανούμισσα, μεγάλου μπέη θυγατέρα, δεν ημπορεί να έβγη από το χαρέμι, κ&#8217; εμένα δεν μ&#8217; άφηκαν! Δος της το δαχτυλίδι! &#8216;Οταν θωρή την διαμαντόπετρα οπού αστράφτει ανάμεσα στο μάλαμα, ας με θυμάται, ας θαρρή πως βλέπει το παιδί της.</p>
<p>Η τρομπέττα εσήμανε τρίτη φορά. Εμπρός εις την αυλόθυρα ένας &#8220;ιμάμης&#8221; έσφαξ&#8217; ένα πρόβατο, και εχύθηκε το αίμα εις τον δρόμο μας<sup>.</sup> ύστερα εσήκωσε τα χέρια να προσευχηθή μέσ&#8217; στην καρδιά του και να μας ευλογήση. Μέσα στην νεκρική σιγή, ακούστηκε το τουμπελέκι έξαφνα γοργό γοργό και άγριο, υψώθηκε η πράσινη σημαία και όλοι εφωνάξαμε με την καρδιά μας: Πολλά τα έτη του Σουλτάνου!</p>
<div style="text-align: center;">*<br />*&nbsp; *</div>
<p> Ολόκληρη τη νουβέλα του Βιζυηνού θα τη διαβάσετε στα:<br /><em>Νεοελληνικά διηγήματα</em>, Επιμέλεια Πάνος Μουλλάς, Αθήνα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1998, σσ. 202-252.<br />ή στη διεύθυνση&nbsp;<a href="http://www.sarantakos.com/kibwtos/bizuhnos_moskwb.html">http://www.sarantakos.com/kibwtos/bizuhnos_moskwb.html</a></p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/q-q/">&#8220;Ο Μοσκώβ-Σελήμ&#8221;,</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/q-q/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Πόλεμος</title>
		<link>https://www.eyploia.gr/polemos/?utm_source=rss&#038;utm_medium=rss&#038;utm_campaign=polemos</link>
					<comments>https://www.eyploia.gr/polemos/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[admin]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 01 Apr 2010 05:26:48 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Πολεμος και Ειρηνη]]></category>
		<category><![CDATA[25ο Τεύχος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://www.eyploia.gr/?p=950</guid>

					<description><![CDATA[<p>&#160;Στρατὴς Μυριβήλης Προέλευση κειμένου: http://www.sarantakos.com/keimenamazi.htmlἈφιερωμένο στὸν προπάππου μου Γρηγόρη, γεννημένο στὸ Ῥέθυμνο (1866), σκοτωμένο στὴ Μικρασία (1922)Γράφει ὁ Ν. Σαραντάκος: Ἀνεβάζω ἐδῶ ἕνα δυσεύρετο ἀντιπολεμικὸ ποίημα τοῦ Στρατῆ Μυριβήλη, μὲ τίτλο «Πόλεμος». Εἶναι τὸ&#46;&#46;&#46;</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/polemos/">Πόλεμος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>&nbsp;Στρατὴς Μυριβήλης <br />Προέλευση κειμένου: <a href="http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html">http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html</a><br />Ἀφιερωμένο στὸν προπάππου μου Γρηγόρη, γεννημένο στὸ Ῥέθυμνο (1866), σκοτωμένο στὴ Μικρασία (1922)<br />Γράφει ὁ Ν. Σαραντάκος: Ἀνεβάζω ἐδῶ ἕνα δυσεύρετο ἀντιπολεμικὸ ποίημα τοῦ Στρατῆ Μυριβήλη, μὲ τίτλο «Πόλεμος». Εἶναι τὸ πρῶτο καὶ ἐκτενέστερο διήγημα τῆς συλλογῆς «Διηγήματα» ποὺ κυκλοφόρησε στὴ Μυτιλήνη τὸ 1928, δηλαδὴ μετὰ τὴν πρώτη ἔκδοση τοῦ Ζωὴ ἐν τάφῳ (1924), τὴ λεγόμενη «μικρή», ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ τὴ δεύτερη ἔκδοση τῆς Μυτιλήνης (1930), τὴν ἐπεκτεταμένη, καὶ τὶς μετέπειτα ξαναδουλεμένες (καὶ λιγάκι λογοκριμένες) ἀθηναϊκὲς ἐκδόσεις.  <span id="more-950"></span>  <br />Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτά, ἡ ἀξία τοῦ διηγήματος εἶχε ἀναγνωριστεῖ ἀπὸ τοὺς κριτικοὺς τῆς Ἀθήνας (ὁ Φῶτος Πολίτης καὶ ὁ Βασίλης Ῥώτας ἔγραψαν πολὺ θετικὲς κριτικές), ὅπως διαβάζω στὸ βιβλίο τοῦ Κώστα Μίσσιου Ἕνας Μυριβήλης ἀλλιώτικος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Γιῶργο Κοτζιούλα, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε γράψει καὶ μονογραφία γιὰ τὴν πολεμικὴ πεζογραφία τοῦ Μυριβήλη.<br />Ἀπ᾿ ὅσο ξέρω, ὁ Πόλεμος δὲν ἀναδημοσιεύτηκε σὲ ἑπόμενες συλλογὲς διηγημάτων τοῦ Μυριβήλη, ἑπομένως σήμερα εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ βρεθεῖ. Ὑποθέτω πὼς ἡ μὴ ἀναδημοσίευση ὀφείλεται στὸ ὅτι ὁ συγγραφέας ἀργότερα δὲν ἔκρινε σκόπιμο νὰ προβάλει αὐτὸ τὸ ἀντιπολεμικὸ ἔργο του ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ καὶ ἀντιπατριωτικό, ἀφοῦ περιγράφει τίς, ἔστω καὶ ὡς ἀντίποινα, ἀγριότητες τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ μὲ θύματα ἀμάχους Τούρκους τῆς Μακεδονίας. </p>
<p>Εκείνη η προέλαση της 5ης Μεραρχίας&#8230;<br />&#8211; &#8211; &#8211; &#8211;<br />Ήμουνα τότες είκοσι χρονώ – φοιτητούδι εθελοντής – και τώρα πια είμαι μεστός άντρας. Ως τόσο η θύμηση εκείνης της προέλασης μού κάθεται σα βραχνάς, και καταλαβαίνω πως δε θα μου ξεπλακώσει τα στήθια ως που να μου βάλουν το κεραμίδι στα χείλια. Μια προέλαση. Είδες τι απλή και πόσο ήμερη λέξη. Μια προέλαση. Έτσι δα σαν τη διαβάζει κανένας μέσα στ&#8217; ανακοινωθέντα των Στρατηγών, χωρίς να &#8216;χει βουτήξει μέσα σ&#8217; αυτό το φοβερό βούρκο από αίμα από λάσπη κι από αντρίκιες βαρβατιές, που λέγεται «πόλεμος», φαντάζεται την προέλαση σαν παράτα στρατιωτική. Τη φαντάζεται σαν ένα πέρασμα στρατευμάτων γεμάτο από δόξα, από περηφάνια κι από θρίαμβο, γεμάτο από λαμπρότητα, με σημαίες μεταξωτές γαλάζιες που μπατσίζουν χαρούμενα τον αγέρα, κουνάνε αξιόπρεπα πάνου απ&#8217; τις γυμνές λόγχες των στρατιωτών τις χρυσές τους τις φούντες, και υψώνουν τους ασημένιους των σταυρούς όλο αχτίνες μέσα στον ήλιο. Οι αξιωματικοί είναι ωραίοι μέσα στις στολές τους, πάνου σε περήφανα άτια που &#8216;ναι στολισμένα με μπρούτζινα φάλαρα και χλιμιντράν οργισμένα. Και ο λαός, ξεφρενιασμένος πια απ&#8217; τη χαρά του, ρίχνει λουλούδια στα πόδια των νικητών, κι οι κοπέλες στέλνουν φιλιά και χαμόγελα, κάτου από λευκές γιορτάσιμες γιρλάντες.<br />Όμως τα πράματα γίνουνται κάπως αλλιώτικα. Είναι κρίμα που &#8216;ναι έτσι, μα γίνουνται κάπως αλλιώτικα &#8211; &#8211;<br />Η προέλαση της 5ης Μεραρχίας&#8230;<br />Ήταν μια μαύρη νύχτα με σκοτάδι πηχτό, γλιστερό, θαρρείς σαπισμένο απ&#8217; την υγρασία. Ο στρατός μας κοιμήθηκε μέσα σ&#8217; ένα κάμπο, με χώμα λασπωμένο βαθειά. Ήτανε μια Μεραρχία ολάκαιρη που κοιμούτανε έτσι βαθειά και βαρειά, πλακωμένη κάτου απ&#8217; το βρεγμένο σκοτάδι. Μια Μεραρχία άντρες αποσταμένοι, αποκανωμένοι απ&#8217; την υπεράνθρωπη κούραση κι απ&#8217; το αδιάκοπο ξαγρύπνισμα. Θυμάμαι πολύ καλά που πορπάτηξα εκείνο το βράδυ κοιμισμένος, ολότελα κοιμισμένος, ίσαμε μισή ώρα. Είναι ένα απάνθρωπο πράμα να κοιμάσαι ολότελα και όμως να πορπατάς φορτωμένος με ντουφέκι, με σφαίρες και μ&#8217; ένα ασήκωτο γομάρι από βρεγμένες κουβέρτες στην πονεμένη σου ράχη. Όταν διατάξανε οι διμοιρίτες «αλτ», χτύπησα το μούτρο μου στην καραβάνα του μπροστινού μου συντρόφου που στάθηκε, και ξύπνησα από τον πόνο. Κατόπι μας είπανε: «Κοιμηθείτε τώρα!» Μιαν ευτυχία ανυπόφορη πήγε τότες να φουντώσει ξαφνικά σα φλόγα χαράς μέσα απ&#8217; τα σωθικά μας. Μα δεν πρόφταξε και λούφαξε πριν ξελοχίσει ακόμα, πνιγμένη από το μαύρο, το μαλλιαρό, το απονεκρωτικό σύνεφο του ύπνου. Πέσαμε ξαφνικά, σωριασμένοι στον τόπο που ακούσαμε αυτή την προσταγή, που βγήκε, ωχ, έτσι βαθιά μες απ&#8217; τη νύχτα και την ήπιαμε σα γλυκό δηλητήριο: &#8220;Κοιμηθείτε!&#8221; Γκρεμιστήκαμε εκεί μεσοστρατίς μες τη λάσπη, με τα λουριά των ντουφεκιών περασμένα στη μασκάλη, με το βρεγμένο φόρτωμα του γυλιού κουμπωμένο στη ράχη, με τη μέση σφιγμένη μες τις μπαλάσκες. Και κοιμηθήκαμε βαριά σαν πεθαμένοι. Και πάνουθέ μας ο ουρανός έβρεχε άναντρα και αλύπητα. Έβρεχε πάνου στον κοιμισμένο στρατό. Λένε πως κοιμηθήκανε κι οι προφυλακές μας &#8211; &#8211; &#8211;<br />Όπου, ξαφνικά μες τον ύπνο μας χυμήξανε οι νικημένοι μας οι οχτροί και μας σφάζανε. Βγήκανε μες απ&#8217; το μουχλιασμένο σκοτάδι και μας σφάζανε. Δεν καταλάβαμε πώς έγινε αυτό. Ξαφνικά βρεθήκαμε όρθιοι. Όλοι φωνάζαμε &#8220;στα όπλα&#8221;, όλοι ανοίγαμε με κόπο και με δύναμη τα μάτια μας που ήτανε γιομάτα ύπνο και σκοτάδι για να δούμε και να καταλάβουμε. Κι όλοι αρχίσαμε να ρίχνουμε ντουφεκιές και να σκοτωνούμαστε συναμεταξύ μας, κι όλοι τρέχαμε έξω φρενώ.<br />Τότες έγινε ένα μεγάλο πράμα.<br />Πάνου απ&#8217; το στρατό μας χούγιαξε μονομιάς με τη βραχνή φωνή του ο Πανικός. Είναι μια στριγγλιά που βγαίνει θαρρείς από τα τεντωμένα λαρύγγια χιλιάδων τρελών. Ξέφυγαν θαρρείς απ&#8217; τα κελιά τους και εκφράζουν έτσι όλη τους τη μανία μέσα σένα ξεσυρτό και άγριο ουρλιαχτό, που το τινάζουν σα βρισιά προς το ουράνιο παλάτι του ασυγκίνητου Δημιουργού των. Είναι ο Πανικός που χουγιάζει έτσι.<br />Το μυαλό παγώνει τότες μες τ&#8217; αυλάκια των κοκκάλω σου, οι αισθήσεις ξεφεύγουν απ&#8217; το χαλινάρι τού αφέντη τού εγκεφάλου, και όλα σου τα μέλη επαναστατημένα και απειθάρχητα, ενεργούν παρζαβλά, χωρίς αρμονία, δίχως σκοπό• έτσι δα στα κουτουρού. Ο Πανικός φυσάει μέσα στις ψυχές σα μιαν αρρώστια θεοσταλμένη και κυνηγάει τους ανθρώπους με τη βουκέντρα του σαν ένα κοπάδι ζα. Τον είδα και τον άκουσα &#8216;γω κείνη τη νύχτα, που μας κυνηγούσε μες τους πλατιούς λασπωμένους κάμπους, και μέσα στις βουερές λαγκαδιές που αφήναμε πίσω μας μες τ&#8217; αλαλιασμένο μας το φευγιό. Είναι μια μούρη χλωμή κι αλλοσούσουμη, με τρίχες ολόρτες, με συσπασμένο στόμα και στρογγυλά μάτια. Μέσα απ&#8217; εκεί σε κοιτάζει κατάματα και επίμονα η αλλήθωρη τρέλα. Κι η φωνή του είναι γοερή σα να κλαίνε χιλιάδες σκυλιά και τσακάλια. Κι αυτό το φριχτό πράμα σ&#8217; ακλουθά μες την τρεχάλα σου την τυφλή και μες το τρέκλισμά σου το χαμένο. Έχει χίλια πόδια για να σε κυνηγά και χίλιες ματιές για να μη σε χάνει. Ξεφυτρώνει μπροστά σου παντού, παντού. Πάνου από τους βράχους που μορφάζουν και κουνούν τερατώδικα μέλη ενάντιά σου. Μες απ&#8217; τα χαμόδεντρα που ψιθυρίζουν συνωμοτικά για σένα, στριμώχνουνται στις περασιές σου, και λουφάζουν και παραφυλάνε καταλαγιασμένα σε κρυφές παρέες, με τα μαλλιαρά τους τα κεφάλια κοντά-κοντά. Είναι κάτι κλαδιά λιγερά και μακρυά, με νύχια γυριστά στην άκρη και καρτερούν ως που να περάσεις από κοντά τους. Τότες τινάζουνε τα δυνατά νευρωμένα τους πλοκάμια και σ&#8217; αδράχνουνε ξαφνικά απ&#8217; το πόδι. Πέφτεις χάμου και χτυπάς και ματώνεσαι δίχως να μιλήσεις, ξανασηκώνεσαι και τρέχεις πάλι, τρέχεις ολοένα με την ψυχή στο στόμα. Δε θέλεις να πεθάνεις, κι είσαι έτοιμος να πεθάνεις, κι ένα μουρμουρητό όλο όχτρα ενάντιά σου βγαίνει απ&#8217; όλα τα χόρτα κι απ&#8217; όλα τα θάμνα. Και το φριχτό το τέρας του Πανικού σ&#8217; ακλουθά κατά πόδι, δε σ&#8217; αφήνει να πάρεις ανεσαμιά, είναι όλο πίσωθέ σου και σου φυσά κρυάδες στο σβέρκο, κι είναι όλο μπροστά σου και ξεφυτρώνει όπου κι α στρίψεις. Βγαίνει και σου μορφάζει μες απ&#8217; τις βρύσες που ξερνάνε με βλαστήμιες τα μαύρα τα νερά τους, σφυρίζει πάνου από τα δέντρα που τινάζουν φοβερά και λεπιδωτά μπράτσα κατά πάνω σου, και μες απ&#8217; τ&#8217; αδειανά μισοκαμένα βαγόνια, που φτύνουνε σκοτάδι και βουίζουνε τρομαχτικά με τανοιχτά τους τα στόματα.<br />Ο Πανικός!<br />&#8211; &#8211; &#8211; &#8211;<br />Μια Μεραρχία χλωμοί και ξετρελαμένοι φυγάδες χυμήξαμε μες τη φαρδιά στράτα του λυτρωμού, που περνούσε ανάμεσ&#8217; απ&#8217; τα Σταροχώρια. Ήμασταν ένα κοπάδι ξελακιασμένα αγρίμια, που τα κυνηγούσε μιαν ανείπωτη τρομάρα. Κι οι χωριάτες, που δεν τους είχαμε αγγίξει μηδέ τρίχα τότες που πήραμε τα χωριά τους, βγήκανε μες το σκοτάδι κι απ&#8217; τις δυο μεριές του φαρδιού δρόμου και μας ντουφεκάγανε, μας κόβανε τα πόδια με τσεκούρια, ξεριζώνανε με τανάλιες τις γλώσσες των φαντάρων. Το σκοτάδι ήτανε γιομάτο κάνες που κεραυνώνανε, πεινασμένες κάμες που γύρευαν να καρφώσουνε το κρύο τους το δόντι μέσα στη ζεστή σάρκα, σιδερένια φκιάρια κι αξίνες που σκίζανε τα πρόσωπα δυο στη μέση. Κι ο Πανικός ούρλιαζε απ&#8217; όλες τις μεριές, έκανε τις τρίχες να κουνιούνται σαν τα κεντίδια τ&#8217; αχινιού, και σε κοίταζε δυνατά και κατάματα με τα στρογγυλά κι αλλήθωρα μάτια του, τα μάτια της τρέλας.<br />&#8211; &#8211; &#8211; &#8211;<br />Κατόπι έγινε η ανασύνταξη. Πήραμε ενισχύσεις, κάναμε τη μάχη του Κούμανο βουτηγμένοι ως το λαιμό μέσα στη λάσπη και ξαναπήραμε τα μπρος. Έτσι τα Σταροχώρια ήτανε πάλι δικά μας. Κι ο αρχιστράτηγος, που &#8216;τανε ο ίδιος ο γιος του Βασιλιά, διάταξε: Όλα τα Σταροχώρια να καγούν συθέμελα, να ρημαχτούνε πέρα για πέρα. Κι όλοι οι χωριάτες από δεκάξη χρονώ κι απάνω να ντουφεκιστούνε.<br />Όλ&#8217; αυτά τα λένε στον πόλεμο με μια λέξη όλο δικαιοσύνη: «Αντίποινα».<br />Χυθήκαμε μες τα χωριά σαν ένα μεγάλο τσούρμο λυσσασμένων ζώων, που τ&#8217; αδύνατα, τα λερά τους μέλη τρέμαν απ&#8217; το σουβλερό κρύο, τα γόνατά τους λιγούσανε απ&#8217; την κούραση και τα δόντια τους χτυπούσανε απ&#8217; την πείνα της εκδίκησης.<br />Ήτανε όλο ξωχόσπιτα τριγυρισμένα με αψηλόν αυλότοιχο, πούχε μόνο μια μεγάλη πόρτα για να μπαίνουν τα κάρα τα ζα κι οι αθρώποι. Αυτή η πόρτα ήτανε χιλιομανταλωμένη. Από μέσα, ένα γύρω στον αυλότοιχο ήτανε οι αποθήκες για τα γεννήματα και ντάμια για τα ζα. Και στη μέση το σπίτι. Οι πιότεροι χωριάτες, ξέροντας την τιμωρία που τους περίμενε για τη μπαμπεσιά τους, αδειάσανε το χωριό και φύγανε όπως-όπως μπροστά, μαζί με το στρατό που κυνηγούσαμε. Μα απόμειναν και καμπόσοι. Όσοι δεν προκάνανε να φύγουνε προς τα σύνορα της Αρβανιτιάς για να γλυτώσουν απ&#8217; την τιμωρία. Αυτούς, πατούσαμε τα σπίτια και τους πιάναμε. Τις γυναίκες με τα παιδιά τις χωρίζαμε και τις κλείναμε στο τζαμί του χωριού, βάζοντας δυνατή φρουρά για να τις γλυτώσουμε απ&#8217; τα ξαναμμένα ένστιχτα των φαντάρων. Τους άντρες που ήτανε φόβος να ξανασηκώσουνε ντουφέκι πίσω μας, τους σκοτώναμε. Κατόπι ανοίγαμε το τζαμί, ξαπολνούσαμε, τα γυναικόπαιδα που ήτανε μαντρισμένα μέσα, βάζαμε φωτιά στο χωριό και φεύγαμε σ&#8217; άλλο για να κάνουμε τα ίδια.<br />Σ&#8217; αυτή την άγρια περιπλάνησή μας μες τα Σταροχώρια, κάθε τόσο βρίσκαμε τα κουφάρια των δικώ μας σκοτωμένων, που οι φαρδιές πληγές τους με τα μελανιασμένα χείλια, ανοιχτές σα μαύρα στόματα, φωνάζανε εκδίκηση. Οι φαντάροι μας ακούγανε βαθιά και καταλαβαίνανε σύψυχα αυτή τη βουβή μα φοβερή κραυγή που έβγαινε απ&#8217; τα κουφάρια. Ήταν η παρακαλεστική φωνή των πεθαμένων που μας ξεφρένιαζε σε κάθε βήμα. Είχα στη διμοιρία μου έναν Εφτανησιώτη, που βρήκε το κουφάρι του μικρότερου αδερφού του – ένα αμούστακο εθελοντάκι ήτανε – σε αφάνταστο χάλι. Το παιδί το &#8216;χανε γδύσει και το γλεντήσανε πολλοί Τούρκοι σα γυναίκα. Κατόπι βαρέσανε μπηχτές στα ψαχνά του και ασελγήσανε ακόμα και μέσα σ&#8217; αυτές τις φριχτές τρύπες της ηδονής και του αίματος.<br />Στο τέλος κόψανε τη φύση του και τη μπήξανε στο στόμα του. Κρεμούτανε εκεί ανάμεσα απ&#8217; τα άσπρα δόντια του σα μια μαύρη άσκημη γλώσσα. Ο αδερφός του έπιασε κι έσφαξε δώδεκα γερούς και μεστωμένους αντάρτες στα πόδια αυτουνού του μαρτυρεμένου πτώματος. Τους [αράδιασε] κει μπροστά στο γυμνό κουφάρι του παιδιού, που κρέμαζε την τερατώδικη γλώσσα του ακουμπισμένο σ&#8217; ένα κοτρόνι. Ήτανε σαν είδωλο κάποιου αιματοπότη Θεού που δεχούτανε θυσία. Τους έκοψε έναν-ένα με μια φοβερή ηρεμία, δίχως να μιλά καθόλου. Και το αίμα τους γιόμιζε γλυστερό και αχνιστό τον τόπο και μύριζε δυνατά και έφερνε ανεγούλα. Τα μάτια του σ&#8217; όλη αυτή τη φριχτή τελετή ήτανε κόκκινα και θολά απ&#8217; τα δάκρυα. Κι αυτοί μουγκρίζανε χάμου με το λαρύγγι ανοιγμένο, σπαράζανε και ξετινάζανε δυνατά στο χώμα τα μεγάλα μέλη τους, σαν τα σφαχτάρια στο χασαπιό. Βρήκαμε κουφάρια φαντάρων δεμένα δυο-δυο με τηλεγραφικό τέλι, ελεεινά παραλλαγμένα απ&#8217; τη φωτιά. Τους είχανε σιγοψημένους μέσα στους φούρνους των χωριών. Οι κοιλιές τους ήτανε πρησμένες σαν ασκιά, και το πετσί τους, καψαλιασμένο, σήκωσε μεγάλες νεροσταλιασμένες φούσκες, κι άνοιξε φαρδιές καμάδες. Τα μέλη τους με τα τσουρουφλιασμένα νεύρα, ξεσύρανε και μπερδευτήκανε σένα φοβερό αγκάλιασμα. Βρήκαμε ένα κουφάρι ολόγυμνο, σταυρωμένο σ&#8217; ένα πλατάνι. Κρεμούτανε μόνο απ&#8217; τα καρφιά που τρυπούσανε τους καρπούς των χεριών. Τα ματόφυλλά του ήτανε κομμένα ένα γύρου με ξουράφι, κι έτσι οι βολβοί του άσπροι και τρομαχτικά μεγαλωμένοι, κοιτάζανε με παράξενη έκπληξη κάτου. Στο στήθος του ήτανε δουλεμένο υπομονετικά με ξουράφι, σα σατανικό καλλιτέχνημα, ένα μεγάλο μισοφέγγαρο με το άστρο.<br />Σ&#8217; ένα ντάμι, κάτου από μια σκάφη, βρήκαμε περασμένα σε σπάγγο σαν κομπολόι ογδόντα αφτιά. Το κουφάρι ενός λοχαγού φορούσε το πηλήκιό του καρφωμένο πάνου στο κόκαλο του κρανίου με σιδερένιες πρόκες.</p>
<p>Θυμάμαι μια νύχτα, μιαν ολάκαιρη νύχτα, που πέρασα μέσα σ&#8217; ένα απ&#8217; αυτά τα Σταροχώρια, σ&#8217; ένα τούρκικο σπίτι. Είναι η πιο αξέχαστη μουσαφιριά της ζωής μου.<br />&#8211; &#8211; &#8211; &#8211;<br />Ήταν ένα μεγάλο ξοχικό αρχοντόσπιτο ξεμοναχιασμένο απ&#8217; το χωριό. Στεκούτανε σαν τετράγωνο κάστρο μες στην αψηλή μάντρα του, φαντασματένιο μες στο σκοτάδι της βροχερής νύχτας. Διατάχτηκε η ενωμοτία μου να το «πατήσει» και να περάσει εκεί μέσα τη βραδιά. Η μεγάλη αυλόπορτα ήτανε γερή σαν πύλη, και τρία τσομπανόσκυλα, χοντρά σαν αρκούδες, μουγκρίζανε εκεί απ&#8217; έξω, και χυμούσανε καταπάνω μας σαν κάναμε να κοντέψουμε. Οι όγκοι τους σαλεύανε σκοτεινοί μες στο σκοτάδι.<br />&#8211;         Να τα σκοτώσουμε με τη λόγχη, είπε ο δεκανέας. Να μην ακούσω ούτε μια ντουφεκιά.<br />Α, είναι πολύ άγριο πράμα να σουβλίζεις με τη λόγχη τρία μεγαλόσωμα τσομπανόσκυλα, που δεν κάνουν τίποτ&#8217; άλλο παρά να φυλάγουν ένα μανταλωμένο σπίτι, τεράστιο και τετράγωνο μες στο σκοτάδι, ένα σπίτι κλεισμένο μέσα στη σιωπή και στο μυστήριό του, κάτω από μια ψιλή κρύα βροχή που μουσκεύει τη νύχτα. Είναι ίσως αυτό πιο άγριο παρά να σουβλίζεις αθρώπους. Μας παιδέψανε πολλήν ώρα αυτά τα σκυλιά. Τρυπημένα, με λογχισμένα στόματα, πηδούσανε και δαγκάνανε το ψυχρό σίδερο άγρια κλαίγοντας. Ως τόσο κανένα τους δε λάκισε. Και τα τρία τους πέσανε χαμοσέρνοντας με λυπητερό βόγγο τα χυμένα τους άντερα μες στις λάσπες, εκεί μπροστά στη μεγάλη πόρτα του μοιραίου των. Σα γλυτώσαμε από δαύτα κάναμε τη ράχη και σαλτάρησαν δυο συνάδερφοι πάνου απ&#8217; τον αυλόγυρο. Πήδηξαν μες στην αυλή και μας άνοιξαν την οξώπορτα. Βάλαμε ένα φρουρό απ&#8217; έξω και προχωρέσαμε ξετάζοντας τη μεγάλη αυλή με χτυποκάρδι και με χίλιες προφύλαξες. Ανάψαμε άχυρα για να φωτίσει και ξετάζαμε προσεχτικά τις αποθήκες λογχίζοντας μες στα γεννήματα. Εκεί μέσα στα στάρια βρήκαμε χωμένους ως την κορφή δυο άντρες, μια νέα γυναίκα και δυο παιδάκια. Στείλαμε τη γυναίκα και τα παιδιά στο τζαμί και δέσαμε τα χέρια των αντρών με σκοινοκαθαρτήρες σέρνοντάς τους κοντά μας. Κατόπι πήγαμε στην πόρτα του σπιτιού.<br />Χτυπήσαμε με τον υποκόπανο. &#8211; Τσιμουδιά.<br />Ξαναχτυπήσαμε. – Τίποτα.<br />Κρατούσαμε τις ανεσαμιές μας για ν&#8217; ακούσουμε τίποτα πατήματα μες απ&#8217; το κλειστό σπίτι. Ο τεράστιος κύβος του ψήλωνε πάντα ολόκλειστος μες στη νύχτα, γιομάτος σιωπή και σκοτάδι, με τα πορτοπαράθυρα μανταλωμένα. Μονάχα ένας ξηλωμένος ντενεκές, που ήτανε κάπου καρφωμένος, έτριζε απ&#8217; τον αγέρα ξύνοντας κάποιο σανίδι.<br />&#8211;         Κανένας δεν είναι μέσα• μας βεβαίωναν οι δυο αιχμάλωτοι. Κίμσε γιοκ&#8230;<br />Όλοι μας πάνου κάτου καταλαβαίναμε από τούρκικα, γιατί όλοι μας ήμασταν εθελοντές τουρκομερίτες.<br />Ένας απ&#8217; την Πόλη, αδύνατος και ζουριάρης, με χαραχτηριστικά γάτας, φώναξε.<br />&#8211;         Ε! σεις που είστε μέσα! Α δε μας ανοίξετε μονομιάς, θα σφάξουμε στη στιγμή πα&#8217; στο κατώφλι αυτούς που πιάσαμε μες στην αποθήκη, και θα βάλουμε φωτιά στο σπίτι να σας κάψουμε ζωντανούς!<br />Η φωνή του, ψιλή και κακιά, τρύπησε τη νύχτα και μπήκε μες στο κλειστό σπίτι σα μολύβι ντουφεκιάς.<br />&#8211;         Ανοίχτε! Μπαμπά, άτσινιζ!<br />Τσίριξαν μονομιάς παρακαλεστικά και δυνατά οι δυο αιχμάλωτοι, απλώνοντας τα δεμένα χέρια τους προς τα κλειστά παραθύρια. Σε λιγάκι στ&#8217; απάνω πάτωμα έφεξε ένα φως, κι&#8217; οι χαραμίδες φωτίστηκαν από μέσα. Η καρδιά μας χτύπησε ζωηρά. Ακούσαμε μια σανιδένια σκάλα που έτριζε κάτου από αργά μαλακά βήματα. Όλοι περιμέναμε με χτυποκάρδι, κολλημένοι σύρριζα στους τοίχους. Είχαμε γυρισμένες τις κάνες προς την πόρτα και το χέρι στον υποφυλαχτήρα, έτοιμοι να ρίξουμε. Οι σύρτες τραβηχτήκανε με θόρυβο, κι η πόρτα έτριξε πάνω στους ρεζέδες της, ανοίγοντας διάπλατα.<br />&#8211;         Μπουγιούρουνουζ εφέντηλερ!<br />Ένας αψηλός γέρος φάνηκε μέσα στο φωτισμένο τετράγωνο της ανοιχτής πόρτας. Κρατούσε αναμμένη μια ντενεκεδένια λάμπα του πετρελαίου κι έκανε υποκλίσεις με το &#8216;να χέρι στο στήθος. Ήταν ένας ωραίος γέρος. Ωραίος σαν αρχαίος προφήτης, με γένια ολόασπρα μακρυά, με ρόδινο πρόσωπο και καθάρια γαλάζια μάτια.</p>
<p>Τα ματόφυλλά του πεταλουδίζανε ανήσυχα και πρόδιναν την τρομάρα που πολεμούσε να κρύψει. Τον ανεβάσαμε απάνω μαζί με τους άλλους δυο, αφήνοντας ένα φρουρό και σε τούτη την πόρτα. Ανάψαμε όλες τις λάμπες του σπιτιού κι όλα τα λυχνάρια. Ήτανε καμιά δεκαριά. Το μεγάλο σπίτι φωτίστηκε σα να &#8216;χε μεγάλη γιορτή. Μας οδήγησε σε μια μεγάλη σάλα στρωμένη με παχιά κιλίμια. Ήταν εκεί ένα φαρδύ τζάκι μες στον τοίχο. Απόμεινα εγώ κι ο Μύρωνας, ένα παιδί απ&#8217; την Κρήτη, για φρουρά τους. Ένα αψηλό, δυνατό και καλόκαρδο παλικάρι. Μονάχα η Κρήτη μπορεί ακόμα και θρέφει τόσο ωραίους και τόσο τίμιους άντρες. Ρίξαμε τους δυο αιχμαλώτους σε μια γωνιά και τους δέσαμε και τα πόδια. Το γέρο τον βάλαμε κι άναψε μια ωραία φωτιά με κάτι σκίζες που ήτανε στοιβαγμένες δίπλα στο τζάκι. Οι άλλοι συντρόφοι πήρανε σβάρνα τ&#8217; απέραντο σπίτι, ψάχνοντας για κρυμμένους Τούρκους, για φαΐ και τίποτα πλιάτσικο. Κοίταζα το γέρο με θαυμασμό. Οι αναλαμπές της λόχης που χόρευε μες στο τζάκι ρίχνανε χρυσορόδινες αντιφεγγιές στα ωραία γένια του, που χυνότανε σαν αφρισμένος καταρράχτης πάνου στο φαρδύ του το στέρνο. Μόλο το φόβο που τον ζεμάτιζε κι έκανε τα χέρια του να τρέμουν, κρατούσε μιαν αξιόπρεπη γαλήνη πάνου σ&#8217; όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Μονάχα τα πυκνά άσπρα φρύδια του σαλεύανε σα δυο φτερούγες κάθε φορά που μιλούσε, κι ολοένα τα ματόφυλλά του πεταλουδίζανε.<br />&#8211; Μη με σκοτώσετε, γύρισε και μας είπε. Είμαι γέρος. Δεν έχω τακάτι για να κάνω κανενούς κακό. Δεν πείραξα κανέναν κι απόμεινα πίσω, γιατί ξέρω πως δεν έχω να φοβηθώ τίποτα από σας. Ξέρω από στρατό. Έκανα και &#8216;γώ ασκέρι στα ζαμάνια μου<br />&#8211; Υπηρέτησες στο ταχτικό;<br />&#8211; Έβετ. Ήμουνα λοχίας. Τσαούς ιντίμ.<br />&#8211;  Δε θα σε πειράξουμε, του &#8216;πα. Εμείς δε σκοτώνουμε γέρους. Είναι άλλος κανένας κρυμμένος μες στο σπίτι;<br />&#8211; Χάιρ εφέντιμ. Κίμσε γιοκ.<br />&#8211; Για πρόσεξε καλά;<br />Ο γέρος ορκιζούτανε. Όχι, βάλλαχι-μπίλλαχι. Κανένας άλλος απ&#8217; αυτόν δεν είχε απομείνει μες στο σπίτι. Όλοι οι άλλοι φύγανε μαζί με τ&#8217; ασκέρι.<br />&#8211; Μας φερθήκατε πολύ άσκημα, του &#8216;πα. Εσείς οι χωριανοί, που δε σας πείραξε μηδέ μια κότα ο στρατός μας, δεν έπρεπε να κάνετε αυτά που κάνατε.<br />Πολύ σωστά. Είχα πολύ δίκιο. Μα αυτά τα &#8216;καναν καμπόσοι εντεψίζηδες. Αυτοί κάψανε το κεφάλι του κόσμου. Ο θεός ας τους παιδέψει κατά τα έργα τους. Ίνσαλλάχ!<br />&#8211; Ο Πόλεμος! Έκανα εγώ.<br />&#8211; Ναι, ο πόλεμος, ξανάπε ο γέρος αργά αργά με μια παράξενην επισημότητα. Μα γιατί, παιδί μου; Γιατί; Ένας είναι ο Θεός κι όλοι εμείς οι άνθρωποι, παιδιά Του&#8230;<br />Έκανα να του πω πως αυτήν τη σκέψη την κάνουμε πάντα σαν είμαστε οι νικημένοι. Μα κατάπια την κουβέντα.<br />Ξαφνικά τιναχτήκαμε ολόρτοι και σφίξαμε τα όπλα. Απ&#8217; το κάτω πάτωμα ακούστηκαν φωνές, χλαπαταγή. Κατόπι ξεχωρίσαμε γυναίκεια ξεφωνητά. Οι σύντροφοι γελούσανε και προγγάρανε σα δαιμονισμένοι. Γύρισα και κοίταξα το γέρο. Κέρωσε και τα φρύδια του κουνιότανε νευρικά απ&#8217; τη συγκίνηση.<br />&#8211; Ψέματα μας είπες, τσαούς εφέντη. Κι άλλους έχεις κρυμμένους εδώ μέσα.<br />Έπεσε χάμου, σύρθηκε στα πόδια μας και φιλούσε τα ξεσκισμένα μας τ&#8217; άρβυλα που ξερνούσανε λάσπη.<br />&#8211; Αμάν. Είναι οι κόρες μου! Είναι τα δυο μικρότερα κορίτσια μου που δεν προφτάξανε να φύγουνε. Λυπηθείτε μας Λυπηθείτε μας&#8230; Ο Θεός θα σας το πλερώσει.<br />Τα γένια του σάρωναν το πάτωμα. Οι σύντροφοι μπήκανε ουρλιάζοντας μες στη σάλα. Σπρώχνανε μπροστά τους δυο γαλατόσαρκες κοπέλες με ξεσκισμένους φερετζέδες. Τα γυμνά τους μαλλιά ήτανε δεμένα σε χοντρές χρυσόξανθες πλεξούδες γύρω τριγύρω στο κεφάλι, σα βαριά στέμματα. Τρέμανε χειροπόδαρα και τα φουσκωτά τους τα στήθια ανεβοκατέβαιναν ανταριασμένα. Χύθηκαν και στριμωχτήκανε μες στην αγκαλιά του γέρου και τα γαλάζια τους μάτια τρέχανε τρομαγμένα και με πυρετώδη αγωνία πάνου στα πρόσωπα και στα χέρια μας. Ο γέρος πολεμούσε να τις δώσει θάρρος. Να μη φοβούνται. Να μην κάνουν έτσι. Μπι σέι γιοκ. Οι εφέντηδες ήτανε καλοί αθρώποι, ανατολίτες. Μιλούσανε μάλιστα και τούρκικα. Δε θα τις πείραζαν καθόλου.<br />&#8211; Άφησέ τις, γέρο, έκανε ο δεκανέας. Αυτές θα τις στείλουμε στο τζαμί μαζί με τις άλλες γυναίκες.<br />&#8211; Αμάν! Όχι. Ας μένανε εκεί! Ας μένανε με τον πατέρα τους. Ας μην τις χωρίζαμε απ&#8217; το γέρο<br />Παρακαλούσανε και κλαίγανε δυνατά και τρέμανε τα κόκκινα χείλια τους. Κι ο γέρος μαζί παρακαλούσε. Μου χάιδευε τα χέρια.<br />&#8211; Λυπηθείτε μας, εφέντηδες. Αφήστε τις μαζί μου&#8230;<br />Πολέμησα να τους δώσω να καταλάβουν πως ότι στο τζαμί μονάχα εκεί μέσα θα ήτανε ασφαλισμένες. Τίποτα.<br />&#8211; Θα σας υπηρετήσουμε. Σκλάβες σας θα γίνουμε. Αμάν. Σκόνη θα γίνουμε να μας πατήσετε. Μη μας χωρίσετε. Θα σας ψήσουμε φαΐ. Θέλετε ριτσέλια; Πετιμέζι; Χαλβά; Αφήστε μας με το γέρο. Ο Θεός θα σας το πλερώσει αυτό το χαΐρι&#8230;<br />Ο δεκανέας, ένα καλό παιδί δίχως πρωτοβουλία, μας ρώτησε με το μάτι. Τι λέτε; Να τις αφήσουμε;<br />&#8211; Ας τις αφήσουμε. Τις πάμε το πρωί.<br />Ευκές. Ευχαριστίες. Φιλιά στα χέρια και στα πόδια. Πώς δεν άρχισα να κλαίγω σα χάχας! Τα γαλάζια τους μάτια φεγγοβολήσανε από χαρά. Κάνανε σαν παλαβές, γελώντας και κλαίγοντας υστερικά.<br />Η αλήθεια είναι πως κατά βάθος όλοι θέλαμε ν&#8217; απομείνουν. Η ξάστερη ομορφιά τους ήτανε ένα δυνατό αναγάλλιασμα για τα μάτια μας, που διψούσανε μήνες τη γυναίκεια ήμερη ομορφιά.<br />Με μιαν υστερική προθυμία βάλανε τρεις πυροστιές και τρεις μεγάλους χαλκένιους τετζερέδες στη φωτιά. Και κουβαλήσανε του Θεού τ&#8217; αγαθά. Φέρανε βούτυρο, φέρανε αυγά, φέρανε τραχανάδες, φέρανε μανέστρα σπιτίσια, φέρανε τυρί του λαδιού, φέρανε ρετσέλια. Είχαμε να φάμε τρεις μέρες. Απ&#8217; την παραμονή της μάχης του Κούμανο και τρώγαμε ώρες. Και πίναμε γλυκό ζαχαρωμένο πετιμέζι. Αυτό μεθά σαν το κρασί. Ήτανε μια τρομερή ευτυχία αυτό το φαΐ με μια τέτοια πείνα. Ο γέρος γύρεψε την άδεια και πήρε πάνου απ&#8217; το ξύλινο ράφι ένα βιβλίο. Ήτανε το Κοράνι με χλωμά πολυκαιρίτικα φύλλα και χρυσά πλουμίδια στις τάβλες. Τραβήχτηκε σε μια γωνιά στο ντιβάνι κι άρχισε να διαβάζει μες στο νου του. Σαλεύανε μονάχα τα χείλια του και το κεφάλι του κουνιούτανε μ&#8217; έναν αλαφρό ρυθμό. Μονάχα σαν σάλιωνε το δάχτυλό του για να γυρίσει σελίδα, τα μεγάλα άσπρα φρύδια του κάνανε σα φτερούγες. Και το γύρισμα της σελίδας ήτανε η μόνη κίνησή του που ακουγότανε. Το φαγοπότι δεν έλεγε να τελειώσει. Δεν είχαμε χόρταση. Κι οι κοπέλες όλο και μαγειρεύανε. Είπα θαρρώ για έναν αντιπαθητικό εθελοντή απ&#8217; την Πόλη. Ένας ζουριάρης σπανός ήτανε, με μούτρο κιτρινωπό και με δέρμα που θαρρείς πως γυάλιζε πάντα λαδωμένο. Αυτός μια στιγμή πήγε ανυπόμονα να κατεβάσει απ&#8217; την πυροστιά έναν τετζερέ γεμάτον χτυπημένα αυγά. Το πυρωμένο μπακίρι έκαψε το χέρι του.<br />&#8211; Βάι! Έσκουξε εύθυμα βάζοντας τα δάχτυλα στο στόμα. Εδώ χρειάζουνται πιασίδια!<br />Κοίταξε δεξά ζερβά και το μάτι του σταμάτησε πα&#8217; στο βιβλίο του γέρου. Έκανε ένα σάλτο, έσκισε από δαύτο μια φουχτιά φύλλα και μ&#8217; αυτά έπιασε και κατέβασε το ζεστό τέτζερε.<br />&#8211; Ας δώσει ένα χέρι κι ο Μωχαμέτης, τζάνουμ, να κατεβάσουμε το φαΐ!<br />Ο γέρος έκανε ένα ένστικτο κίνημα σα για να προστατέψει το ιερό βιβλίο, μα μονομιάς συμμαζεύτηκε πιότερο δειλιασμένος. Χαμογέλασε με υποταγή γεμάτη αγωνία και συνέχισε το διάβασμά του μες στο υβρισμένο ντεφτέρι του Θεού.<br />Κάποτε ένας φαντάρος κύλησε θριαμβευτικά μες στη σάλα ένα θεόρατον μπόγο ραμμένον γερά. Τον άνοιξαν με το μαχαίρι κι ένας παραμυθένιος πλούτος ξεχύθηκε, όλο γυναίκεια ρουχικά αφόρετα. Πουκάμισα με χάντρες και χρυσές πούλιες στα λαιμά και στα μανίκια. Πανταλόνια χανουμίστικα φαρδιά, σουρωτά, με χρυσοκέντητες βρακοζώνες και χρυσοπλούμιστα καλαμοβράκια. Τσεβρέδες, πέπλα, πουκαμίσες. Όλα κεντημένα, όλα από μετάξι της κρεβατής. Καφτάνια βελουδένια με κεντητά χρυσά τριαντάφυλλα από τιρτίρι. Βαριά κατηφεδένια πράματα. Ταπέτα της προσευχής ξωμπλιασμένα με συμπλέγματα λουλουδιών και γραμμάτων. Τσουράπια μάλλινα άσπρα, με κόκκινα κεντητά γαρουφαλάκια. Μαντήλια φανταχτερά, γιασμάκια αιθέρινα. Ήτανε όλα τα προικιά των κοριτσιών.<br />&#8211; Βρε, δεν αλλάζουμε τα ψείρικα; επρότεινε ο δεκανέας. Η ιδέα έγινε δεχτή με ενθουσιασμό. Σε λίγην ώρα όλοι μας είχαμε πετάξει τα βρώμικα ασπρόρουχα που είχανε κολλήσει πια απ&#8217; τη λίγδα κι απ&#8217; τη βροχή στο πετσί μας, και ντυθήκαμε απ&#8217; την κορφή ως τα νύχια με τα χανουμίστικα. Όλη την ώρα που αλλάζαμε, τα κορίτσια σκύβανε τα κεφάλια τους μες στους τετζερέδες, τάχα ανακατεύοντας το φαΐ.<br />&#8211; Μπα; Εδώ θέλει μια μικρή εγχείρηση, έκανε γελώντας ο φίλος μου απ&#8217; την Κρήτη, αφού έσφιξε στη μέση του τη χρυσή βρακοζώνα του καινούριου του σώβρακου. Κι έκανε κάπου μια μικρή τρυπίτσα με τη μύτη της ξιφολόχης. Όλοι τόνε μιμηθήκαμε σπαρταρισμένοι στα γέλια. Οι χανούμισσες σκύβανε ολοένα μες στο τζάκι. Τα φεγγαρίσια πρόσωπά τους  φέγγανε σα μεγάλα ροζ τριαντάφυλλα. Μερικοί φορέσανε από πάνου  και τα χρυσοβέλουδα καφτάνια και κρεμάσανε μες στο τζάκι τα κουρελιασμένα χακί τους, για να στεγνώσουν. Ήτανε μια σκηνή ολότελα φαντασμαγορική. Ο εθελοντής απ&#8217; την Πόλη έμοιαζε σαν πασάς. Στα πόδια του φορούσε δυο ζευγάρια μάλλινα άσπρα τσουράπια με κόκκινα μεταξωτά λουλουδάκια και βελουδένιες παντούφλες. Στο κεφάλι του έδεσε έναν πράσινο τσεβρέ σαν σαρίκι. Είχε ζαλιστεί απ&#8217; τη ζεστασιά της φωτιάς κι απ&#8217; το πετιμέζι και πήρε δρόμο η γλώσσα του.<br />Έκανε βαθιούς παλιάτσικους τεμενάδες στο γέρο και αράδιαζε ένα σωρό τούρκικες πολίτικες τσιριμόνιες. Ο γέρος σήκωσε τα μάτια του και χαμογέλασε βιασμένα.<br />Όλοι γελούσαμε με τα καραγκιοζλούκια του και χειροκροτούσαμε μ&#8217; όλη μας την καρδιά. Νιώθαμε μιαν άπειρη μακαριότητα μες στα καθάρια στεγνά μας ρούχα, μπροστά στο μεγάλο αυτό τζάκι που κόρωναν οι ξερές σκίζες. Κι οι χρυσές φλόγες της φωτιάς χόρευαν χαρούμενα και γιόμιζαν γλυκιά ζεστασιά τη σάλα. Κυρίως ήταν η ευτυχία της καλοχορτασμένης κοιλιάς που μήνες τώρα την ονειροπολούσαμε σαν άπιαστη φαντασιοπληξία. Έπειτα ήτανε το ευχάριστο συναίστημα του ταβανιού, το «κεραμίδι» που λένε οι φαντάροι. Είναι το γλυκό και δυνατό συναίστημα του σπιτιού, του καλού και γερού σπιτιού με τους στέρεους τοίχους, που περιφρονούν τους βοριάδες, και με την κόκκινη στέγη, που απλώνει προστατευτικά τις φαρδιές φτερούγες της από πάνου μας σα βρέχει και μπουμπουνίζει. Είναι πολύ βολικός κανένας σαν είναι χορτασμένος, ζεστός και χουζουρεμένος κάτου από στέγη. Τίποτα δεν το &#8216;χει μάλιστα τότες να &#8216;ναι και ολότελα ενάρετος άνθρωπος.<br />Μονάχα αυτό το πετιμέζι μου έκαιγε λιγάκι το στομάχι κι έπινα κάθε τόσο νερό. Κοίταζα τις δυο ροδοκόκκινες τουρκοπούλες και συλλογιζόμουνα μήπως μέσα στις φλέβες τους τρέχει σερμπέτι αντίς για αίμα. Μα αυτός ο Κωνσταντινοπολίτης σίγουρα μέθυσε απ&#8217; το πετιμέζι κι απ&#8217; την πύρα της φωτιάς. Ενθουσιασμένος απ&#8217; τα χειροκροτήματα της παρέας έλεγε ό,τι σαχλαμάρα έφτανε στη γλώσσα του. Μια στιγμή μάλιστα δοκίμασε να βάλει χέρι στον κόρφο της κοπέλας που έσκυβε, για να μας σερβίρει χαλβά.<br />&#8211; Α! Όλα κι όλα. Όχι μουρνταριές! Φώναξα θυμωμένος και πετάχτηκα όρθιος. Αισθανόμουνα έναν παράξενον ερεθισμό κι έτρεμα.<br />Ο Κρητικός φίλος μου με μιμήθηκε. Στάθηκε στη μέση της κάμαρης και είπε δυνατά και ήρεμα:<br />&#8211; Μα την πίστη μου θα &#8216;χει να κάνει μαζί μου όποιος θελήσει να κάνει τέτοιες βρομιές. Όποιος μαγαριστεί στον πόλεμο πάει από κακό βόλι.<br />Σήκωσε ψηλά πάν&#8217; απ&#8217; το σαρίκι του Πολίτη τη γροθιά του, στρογγυλή σαν κεφάλι παιδιού. Ο γέρος τέντωσε το λαιμό του και παρακολουθούσε με αγωνία. Ο Πολίτης συμμαζεύτηκε φρόνιμα. Συμμαζεύτηκε σαν ένα κίτρινο έντομο που πας να το λιώσεις κάτου απ&#8217; το παπούτσι σου και γυρίζει στη ράχη του με τα μέλη ακίνητα απ&#8217; την τρομάρα.<br />&#8211; Καλά, βρε αδερφέ! Είπε κατόπι. Να μη χωρατέψει, τζάνουμ, κανένας κιόλας;<br />Το γύρισε στ&#8217; αστείο.<br />Οι άλλοι δε μιλούσανε. Ο δεκανέας μας επιδοκίμαζε.<br />&#8211; Αλήθεια, αυτό φέρνει γουρσουζιά στον πόλεμο, είπε.<br />Τα κορίτσια κι ο γέρος στύλωσαν απάνου μας τα γαλάζια τους μάτια, τρία ζευγάρια καθάρια μάτια, βουρκωμένα από δάκρυα κι ευγνωμοσύνη.<br />&#8211; Έτσι στα χωρατά το &#8216;κανα, ξανάπε κοροϊδευτικά ο Πολίτης. Μη γαρ δεν το ξέρω πως εμείς ήμαστεν Έλληνες; Πα να πει ευγενήδες αναντάν μπαμπαντάν; Εμείς ξέρουμε, τζάνουμ, και φερνούμαστε ευγενικά και πολιτισμένα και μες στα Σταροχώρια ακόμα, που οι δρόμοι τους είναι γιομάτοι παλουκωμένους φαντάρους και φουρνισμένους Ρωμιούς. Και τι μ&#8217; αυτό δηλαδής; «Ξέρουμε τρόπο» εμείς. Σαν εκείνο το μωρό τ&#8217; αρχοντόπαιδο. Το &#8216;στειλε ο πατέρας του «να μάθει τρόπο» στην πολιτεία, σ&#8217; ένα μεγάλο δάσκαλο. Άνοιξε τα μάτια σου, του &#8216;πε. Θέλω να μου &#8216;ρθεις με τρόπο και μ&#8217; ευγένεια στο χωριό. Τέλειωσε τις σπουδές του το μωρό, καβαλίκεψε το μουλάρι και γύρισε χαρά χαρούμενο στο γέρο. Περνούσε ένα ρουμάνι, όπου να σου και πετάγεται μπροστά του ένας μαγκλαράς ως εκεί απάνου. Φαίνεται πως ήτανε ένα όμορφο μωρό. Το κατέβασε από το ζο  και του &#8216;πε νέτα σκέτα πως θέλει να το&#8230; πώς το λένε. Το μωρό που &#8216;μαθε τρόπο κι ευγένεια, δεν άργησε να ξεσφίξει τη βρακοζώνα του. Παίρνοντας μάλιστα τη στάση, γύρισε κι είπε στο μαγκλαρά: «Με το παρντόν που σας γυρίζω τη ράχη!» Έτσι του &#8216;πε. Είχε μάθει τρόπο το παιδί βλέπεις, και δεν ήθελε να το παρεξηγήσει ο άλλος. Η ευγένεια. Τι να πεις&#8230; Και μεις τώρα&#8230;<br />Όλοι σπαρταρήσαμε στα γέλια. Όξω άρχισε να βρέχει δυνατά.<br />Άξαφνα μες απ&#8217; το πηχτό σκοτάδι ακούστηκε η φωνή του σκοπού μας, που τον αλλάζαμε κάθε ώρα, για τη φρουρά της οξώπορτας.<br />&#8211; Αλτ! Τις ει;<br />Όλοι σωπάσαμε και στήσαμε αυτί. Ένα άλογο σταμάτησε και χτυπούσε το πέταλο στο καλντερίμι.<br />&#8211; Φίλος. Είμαι ο ανθυπασπιστής Τζουμέρκας. Μήπως ξέρεις πού είναι καταυλισμένος ο τέταρτος του 16ου; Έχω χάσει το μπούσουλα, βρε παιδί μου!<br />&#8211; Εσείς είστε κ. Ανθυπασπιστά; Μα κι εμείς εδώ είμαστε του τέταρτου. Θέλετε ν&#8217; ανεβείτε;<br />&#8211; Έτσι; Τόσο το καλύτερο. Τόσο το καλύτερο<br />Τ&#8217; άλογο προχώρησε, μπήκε μες στην αυλή κι ο ανθυπασπιστής ξεπέζεψε. Τον ακούσαμε κατσουφιασμένοι που ανέβαινε σε λίγο τη σκάλα και βροντολογούσανε σα φαναράδικο τα σπιρούνια του. Καμπόσοι που στεγνώνανε ακόμα τα πανταλόνια τους κάνανε να τα φορέσουνε βιαστικά όπως όπως. Την ίδιαν ώρα ο ανθυπασπιστής μπρόβαλε μες στο σκοτεινό φόντο της πόρτας φωτισμένος απ&#8217; τις λάμπες κι απ&#8217; τη φωτιά, μισοκλείνοντας τα μικρούτσικα μάτια του, θαμπωμένα απ&#8217; την απότομη αλλαγή. Απ&#8217; τ&#8217; αδιάβροχό του κουρνέλιαζαν νερά, κι η μύτη του ήτανε ογρή.<br />Έτριψε δυνατά τις απαλάμες του, κοίταξε παντού μες τη σάλα κι έκανε γελαστός.<br />&#8211; Μπα; Μπα; Αμ&#8217; εδώ εσείς είστε περίφημα, βρε! Σαν&#8230; ομογενείς!<br />Ο δεκανέας πήρε με ευλάβεια και κρέμασε σ&#8217; ένα καρφί το βρεγμένο του μουσαμά. Ο ανθυπασπιστής ήρτε κοντά στη φωτιά κι ολοένα έτριβε τα χέρια του.<br />&#8211; Μπράβο; Μπράβο; Έτσι μάλιστα! Και τα δυο αυτά ουρί του παραδείσου σερβίρουνε τους νικητάς. Ε, αν ήτανε μάλιστα στο χέρι τους να μας χύνανε στον αφαλό αυτόν το ζεματιστό βούτυρο που τσιγαρίζουνε το χαλβά, θαν το κάνανε ακόμα πιο πρόθυμα! Τα ματάκια του κοιτάζανε με όχτρα τις δυο κοπέλες και παίζανε αδιάντροπα πάνου στις στρογγυλάδες του κορμιού τους. Ήταν ένας σαραντάρης σακαράκας. Παλιοελλαδίτης, «Έλληνας» που λένε οι φαντάροι μας. Παλιά καραβάνα. Ζαρωμένο κορμί, σκεβρό, με ψαρά μαλλιά. Είχε πλακωτή μύτη και στενό κούτελο γερμένο προς τα πίσω σαν των αιλουροειδών. Τα ματάκια του έψαχναν, έγδυναν θαρρείς τις δυο κοπέλες, γεμάτα αδιαντροπιά. Είναι κάτι ματιές χειρότερες απ&#8217; τις πιο βρώμικες αισχρολογίες. Μοιάζουν με χειρονομίες απόκοτες.<br />&#8211; Ωραία κομμάτια, μα την πίστη μου, έκανε δαγκάνοντας τα στενά του τ&#8217; αχείλια. Δεν τις βάζετε, μωρέ, να μας χορέψουνε λίγο τούρκικο; Θα &#8216;χει γούστο. Εγώ δεν έτυχε να δω ποτές μου να χορεύουν τούρκικο&#8230; Άιντε λοιπόν;<br />&#8211; Καλά λέει ο κ. Ανθυπασπιστής, φώναξαν οι φαντάροι. Να χορέψουν!<br />Κοίταξα απελπισμένα το φίλο μου απ&#8217; την Κρήτη. Με κοίταξε κι αυτός σφίγγοντας τις γροθιές μ&#8217; αδύναμη λύσσα.<br />&#8211; Τα πεθαμένα του! μουρμούρισε μες στα δόντια.<br />&#8211; Επιτρέψετέ μου&#8230;, τόλμησα να του πω παρακαλεστικά εγώ. Σας παρακαλώ πολύ, κ. Ανθυπασπιστά. Μα μου φαίνεται πως δεν είναι σωστά αυτά τα πράματα&#8230; Μου φαίνεται&#8230;<br />&#8211; Δεν σου φαίνεται τίποτα, μικρούλη μου, και μείνε ήσυχος, γύρισε και μου &#8216;κανε κοροϊδευτικά ο Τζουμέρκας. Μόνο, ξέρεις τι λέω; Πως θα &#8216;τανε καλύτερα να πας να γραφτείς Αδελφή του ελέους, κι όχι εθελοντής!<br />Όλοι γέλασαν εις βάρος μου όσο μπορούσαν πιο επιδειχτικά. Ο Μύρωνας μου &#8216;σφιξε με συμπάθεια το χέρι.<br />Ο εθελοντής απ&#8217; την Πόλη θριάμβευε. Πετάχτηκε στη μέση με ιδρωμένο μουτράκι, τυλιγμένος μες στα πολύχρωμα καφτάνια του, γιομάτος κουράγιο κι αδιαντροπιά.<br />&#8211; Εγώ να τις τραγουδήσω, κ. Ανθυπασπιστά. Ξέρω το σκοπό. Ένας χορός της κοιλιάς. Και θα τις βάνω να μας κάνουν όλα τα σκέρτσα κι όλα τα τσαλίμια. Να δείτε! Να δείτε!<br />&#8211; Εμπρός λοιπόν, τι κάθεσαι! «Ξήγα» τις.<br />Ο δεκανέας γελούσε υποχρεωτικά με το ηλίθιο εκείνο εξευτελιστικό ύφος που παίρνει στο στρατό κάθε βαθμοφόρος, σαν καταδέχεται να κάνει χωρατάδες μαζί του ο ανώτερός του.<br />Ο Κωνσταντινοπολίτης πήρε στο χέρι ένα δίσκο για τραμπούκα και τόνε βάρεσε ρυθμικά με τα δάχτυλά του σαν ταμπούρλο. Τεμ τεπετέμ, τεμ τεπετέμ. Κατόπι χτύπησε λαφριά με την απαλάμη του στον ώμο τις κοπέλες και τις είπε κοιτάζοντάς τις επίμονα και με κακία μες στα μάτια.<br />&#8211; Άιντε γιαβρούμ, μπουγιούρουνουζ! Θα σας τραγουδήσω ένα «τσιφτέ- τελλί» μερακλαντάν. Και θα χορέψετε. Ακούτε; Θα χορέψετε. Ο ζαμπίτ το θέλει. Άιντε κουζούμ&#8230;<br />Ο γέρος σηκώθηκε απάνου χλωμός, σαστισμένος, με ανοιχτά τα χέρια. Τα κορίτσια στριμώχτηκαν το &#8216;να μες στην αγκαλιά τ&#8217; αλλουνού σπαρταρώντας από δυνατή τρεμούλα. Ο γέρος μπήκε μπροστά τους.<br />&#8211; Αμάν, εφέντημ!<br />&#8211; Δέστε τον αυτόν, τι τον φυλάτε! Διάταξε άγρια ο ανθυπασπιστής Τζουμέρκας. Δεν αφήνουνε ποτέ λυτούς αυτούς τους λύκους.<br />Τράβηξε ένα χαστούκι πάνου στ&#8217; άσπρα γένια του γέρου.<br />&#8211; Καλά λέει, ο κ. Ανθυπασπιστής! είπανε όλοι, σα ν&#8217; απορούσανε, γιατί ως τώρα δεν το σκέφτηκαν έτσι.<br />Τόνε δέσανε και τον σπρώξανε σε μια γωνιά. Ζαμούρωξε τρέμοντας, κι έπνιξε τ&#8217; αναφιλητά του μέσα σ&#8217; ένα προσκεφάλι. Ο εθελοντής απ&#8217; την Πόλη πήγε κοντά του κι ακούμπησε τη μύτη της ξιφολόγχης στη μέση της ράχης του.<br />&#8211; Κοιτάτε εδώ, κουζούμ, είπε τούρκικα στα κορίτσια. Θα χορέψετε καλά το χορό που θα σας τραγουδήσω. Θα τον χορέψετε καλά, μερακλίδικα, με ούλα του τα τσαλίμια. Τον ξέρω καλά εγώ το χορό. Αν δω και τον μασκαρεύετε, θα χώσω όλο τούτο το σίδερο μες στη ραχοκοκαλιά του γέρου.<br />&#8211; Έβετ, εφέντημ&#8230; Θα χορέψουμε. Αμάν!<br />&#8211; Με ούλα τα τσαλίμια. Σαν που τον χορεύετε μες στο χαρέμι.<br />&#8211; Έβετ, εφέντημ&#8230; Με ούλα τα τσαλίμια.<br />&#8211; Άφεριμ. Βγάλτε τώρα αυτές τις μπαμπακωτές που σας κάνουν σαν αρκούδες.<br />&#8211; Έβετ, εφέντημ&#8230;<br />Οι παπλωματένιες μπαμπακωτές πετάχτηκαν και τα κορίτσια απόμειναν με μια λεπτότατη διάφεγγη πουκαμίσα με πολύ φαρδιά μανίκια.<br />&#8211; Έτσι μπράβο. Άσκ ολσούν!<br />Ο Κωνσταντινοπολίτης έκατσε διπλοπόδι και άρχισε να τραγουδά με ψιλή λυγερή φωνή έναν παράξενο σκοπό, χτυπώντας με τα δάχτυλα ρυθμικά το δίσκο. Ήταν ένας ρυθμός πότε γοργός, βιαστικός και κοφτός, πότε λιγωμένος, μαλακός και λαγγεμένος. Κι ο χορός άρχισε.<br />Ήτανε όλο μικρά βήματα. Οι φτέρνες τους πες δεν ξεκολνούσαν απ&#8217; το χαλί. Τα πόδια τους σιγογλιστρούσαν ενωμένα, κολλητά το &#8216;να με τ&#8217; άλλο. Μα κυρίως δε χόρευαν τα πόδια. Χόρευε το κορμί. Χόρευε ολάκαιρο το κρουστό τους κορμί και κάθε μυώνας του και ξεχωριστά κάθε μέλος του και κάθε λαχταριστή στρογγυλάδα του και κάθε προκλητική γωνίτσα του. Χόρευαν κι α χόρευαν τα στήθια τους τ&#8217; ανέγγιχτα. Έτρεμαν σφιχτά γεμάτα σαν τα ρόδια, κι έτρεμαν και σαλεύανε σα να &#8216;χανε δικιά τους ανεξάρτητη ζωή. Ήτανε τέσσερα μικρά περιστέρια φυλακισμένα εκεί κάτου απ΄το λεπτό φορεματάκι τους• τέσσερα περιστέρια που τσιμπολογούσαν ανυπόμονα με τις μυτίτσες το ρούχο. Τσιμπούσανε κι ανεφτέριαζαν για να πετάξουνε μες στη σάλα. Χόρευαν τα μεριά τους τα χυτά, με μια τρεμούλα πόθου, με μια φιδίσια κίνηση των μυώνων που εταράζονταν κι εσφίγγανε και πάλι χαλαρώνανε. Χόρευε και καλούσε ο μικρός χαριτωμένος θόλος της κοιλιάς. Καταλάβαινες πως εκεί, κάτου απ&#8217; το κλαδωτό σαλβάρι, η κοιλιά ήτανε ζωντανή κι εκφραστική σαν ένα πρόσωπο. Η σάρκα εμόρφαζε από δυνατή ηδονή. Προσφερνούτανε και σύγκαιρα τραβιούτανε πίσω. Ανακυκλωνούτανε σε αξιολάτρευτα καμπυλώματα, σε διψασμένες κοιλότητες. Ήταν εκεί σαν ένα πρόσωπο που καλεί. Ένα στόμα που θέλει φλογερά. Χόρευαν τα μπράτσα. Τα φαρδιά λεπτά μανίκια πέσανε ως τον ώμο και τα γδύσανε ως τα ισκιωμένα λακκούδια της μασχάλης, όπου ίδρωνε το χρυσό χνούδι. Ήτανε τέσσερις ολόλευκοι κύκνοι που λύγιζαν τους χιονένιους λαιμούς μες στον αέρα, ψάχνοντας τεμπέλικα για να τσακώσουνε στο ράμφος την ηδονή. Κατόπι οι αγκώνες στρογγυλεύανε ώσπου τα δυο χέρια αντάμωναν πάνου απ&#8217; το κεφάλι και τα δάχτυλα με τα κόκκινα κιναδιασμένα νύχια κροτάλιζαν ρυθμικά. Έμοιαζαν τότες οι κοπέλες σα να περνούσανε κάτου από τοξωτές γιρλάντες από άσπρα γιασεμιά. Εχόρευαν οι γοφοί μ&#8217; έναν αδιάκοπο ράθυμο κυματισμό, σα μιαν ερωτική θάλασσα που βαθιανασαίνει μ&#8217; έναν αδάμαστον αγώνα αχόρταγης λαχτάρας.<br />Ο εθελοντής απ&#8217; την Πόλη σιγά σιγά γλίστρησε τη φωνή του σ&#8217; έναν τεμπέλικο μουσικό καημό, σ&#8217; έναν ατέλειωτο ξεσυρτόν ερωτικό λυγμό. Η φωνή του λύγιζε σαν ένα γαλάζιο νήμα του καπνού, που λυγιέται και χαϊδολογιέται μες στον αέρα όλο νάζι κι όλο πάσο. Ήτανε μια γλυκιά τσαχπινιά που έλιωνε μες στο τραγούδι, σαν την καραμέλα της κανέλας πα&#8217; στη γλώσσα.<br />Άρχιζε έτσι μια καινούρια φάση, ένα τσαλίμι του χορού. Μαζί με το τραγούδι, γλυκά σαν κι αυτό, απαλά σαν κι αυτό, λιγωμένα σαν κι αυτό, άρχισαν να λυγάνε προς τα πίσω και τα ωραία κεφάλια των κοριτσιών, κατόπι ο παχουλός ο λαιμός, κατόπι τα ακούραστα στήθια, κατόπι η λιγνή η μέση, που καμπύλωνε ολοένα το τόξο του ελαστικού κορμιού. Κι αυτό, ενώ όλα τα μέλη δεν έπαυαν να λαγεύουνται, να ζουν και να καλούν, όλα τους γεμάτα από μια θηλυκάδα παράξενη. Τα κορμιά ελύγιζαν, ολοένα ελύγιζαν προς τα πίσω και προς τα κάτω και τα βαμμένα δάχτυλα ακούμπησαν κάποτες λαφριά πάνου στα μηλίγγια, κρατώντας σαν εξαίσιες υδρίες ηδονής τα δυο ξανθιά κεφάλια. Ήτανε δυο τεράστια κρίνα, που λυγίζανε κουρασμένα απ&#8217; τη δόξα τους, πάνου στ&#8217; αψηλά κοτσάνια, με κάλυκες βαριούς. Τα κεφάλια πισώγερναν ως το ύψος της μέσης, και τότες τα όρθια βυζιά κι όλοι οι μυώνες του κορμιού άρχισαν να τρέμουν και να τρέμουν και να τρέμουν, σα να &#8216;τανε παραδομένοι σ&#8217; ένα αδιάκοπο ρίγος ερωτικού πυρετού. Τότες λύθηκαν ξαφνικά απ&#8217; το βάρος τους τα μαλλιά της μιανής και χυθήκανε πάνου στο βυσσινί χαλί, χρυσά. Κατόπι λυθήκανε και της αλληνής. Μαζί τους χυθήκανε στο ταπέτο κι ένα σωρό χρυσά κουκουτσάκια στάρι, που &#8216;χανε τρυπώσει εκεί σα χωθήκανε μες στην αποθήκη. Ήτανε ολόγυμνα, ολοζώντανα μαλλιά, ήτανε χρυσόξανθα, φωτισμένα απ&#8217; τις φλόγες του τζακιού, ήταν άφθονα σαν ένας φωτεινός καταρράχτης. Γιόμισαν τη σάλα με το μύρο του ιδρώτα τους το ερεθιστικό, με τη λάμψη τους που φλόγιζε. Ήτανε σα ν&#8217; άδειαζαν αργά αργά πάνου στο χαλί δυο μεγάλα φαρφουρένια βάζα ξεχειλισμένα από σφιχτό μέλι που χυνούτανε χάμου στο πάτωμα σε πηχτές λούνες.<br />Γύρισα και κοίταξα τους συντρόφους. Όλοι τους ήτανε αλαλιασμένοι και βουβοί. Τ&#8217; αντρίκια στήθια ανεβοκατέβαιναν σα λαχανιασμένα. Οι ράχες σκύβανε καμπουριασμένες και τα φτερούγια της μύτης παίζανε ζωηρά σαν πεινασμένου ζώου που μυρίζεται κυνήγι. Τα μάτια τους, παράξενα φλογισμένα απ&#8217; τη χρυσοκόκκινη αναλαμπή της γωνιάς, ήτανε τεντωμένα με τραγικόν τρόπο, που έλεγες πως να, τώρα δα θα βγούνε θα πέσουνε απ&#8217; τις γούβες τους να κυλιστούνε χάμου. Τρέμανε τα χείλη με σπασμούς και στα κούτελα άνθιζαν κόμποι από ίδρο.</p>
<p>Ξαφνικά συλλογίστηκα πως κι εγώ θα &#8216;χα αυτή την κολασμένη φάτσα, κι έφριξα.<br />Ο ανθυπασπιστής ο Τζουμέρκας έσφιγγε δυνατά τα γόνατά του το &#8216;να με τ&#8217; άλλο, καμπούριαζε ολοένα πιο πολύ κι ανάσαινε σα μεθυσμένος. Το ξεπεταμένο καρύδι του λαιμού του, έτσι που ξεροκατάπινε ολοένα, ανέβαινε σα μπουκιά κάτου απ&#8217; το σαγόνι λες και θα το ξερνούσε. Οι παλάμες του, χωμένες μες στις τσέπες της κυλόττας, ανοιγοκλείνανε νευρικά. Ξαφνικά πετάχτηκε απάνου ολόρτος. Τ&#8217; αδύνατα μεριά του τρέμανε λαφριά. Το μούτρο του ήτανε παραφορτωμένο από έναν άσκημο σπασμό που πολεμούσε να γίνει χαμογέλιο. Άρπαξε τη μια την κοπέλα απ&#8217; τη μέση, γαντζώνοντας τα πλατιά του δάχτυλα στον κόρφο της κι έκανε, μιλώντας με δυσκολία.<br />&#8211; Χε, χε, χε&#8230; Έλα δω εσύ, κουζούμ&#8230; Την άλλη σας την αφήνω, μας είπε, χειρονομώντας με το λεύτερο χέρι. Γλεντήστε τις, μωρέ, τις σκύλες! Αυτοί γλέντησαν με τ&#8217; αγόρια μας κι εμείς θ&#8217; αφήσουμε τέτοια τυχερά; Βουτάτε την, μωρέ, που χάσκετε!<br />Ξεκίνησε για τη διπλανή κάμαρη σέρνοντας μαζί του το κορίτσι που χτυπιούτανε και σπάραζε αλαλιασμένο μες στα δυνατά αρπάγια των μπράτσω του. Οι φαντάροι χύμηξαν απάνου στην άλλη, σα νηστικά σκυλιά πάνου σ&#8217; ένα κομμάτι κρέας. Οι κοπέλες τσίριζαν. Ο γέρος χτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο βογγώντας σιγά σιγά.<br />&#8211; Σκοτώστε με&#8230; Σκοτώστε με&#8230; αμάν σκοτώστε με&#8230;<br />Οι άλλοι δυο αιχμάλωτοι μια στιγμή κάνανε σα να σάλεψαν δεμένοι. Ο φαντάρος, που φύλαγε το νούμερό του για τη φρούρησή τους, τους κέντησε λιγάκι στο μερί με τη μύτη της ξιφολόγχης και καταλάγιασαν ουρλιάζοντας παραπονετικά. Ούτ&#8217; εγώ ούτε ο φίλος μου κάναμε τίποτα γενναίο.<br />Μια σουβλερή σκληριά απ&#8217; τη διπλανή κάμαρη που δεν είχε τίποτ&#8217; ανθρωπίσιο μέσα της. Μιαν άλλη παρόμοια της απάντησε όξω στο σκοτεινό διάδρομο που σύρανε οι φαντάροι το δικό τους θύμα. Ήτανε δυο άγριες παρθενιές που τις δαμάζανε μες στο αίμα τους. Κατόπι ένας αδιάκοπος βόγγος. Ένα αγγομαχητό  του πόνου και της ηδονής, που βάσταξε ως το πρωί.</p>
<p>Σαν έφεξε, βάρεσε η σάλπιγγα συναγερμό πάνου απ&#8217; το χαμηλό λασπωμένο λοφάκι του χωριού. Εκεί μαζεύτηκαν όλοι οι αιχμάλωτοι άντρες και κατόπι ντουφεκίστηκαν. Κάθε ενωμοτία έστηνε αντίκρυ της πεντέξι και τους θέριζε. Βρέθηκα αντίκρυ στο γέρο. Είχε μερικές μελανιές στο πατριαρχικό του πρόσωπο και ψιθύριζε ολοένα προσευκές. Τα μεταξωτά του γένια ανέμιζαν απαλά στον αγέρα. Το πιο μεγάλο που μπορούσα να του κάνω ήτανε να τον σκοτώσω αμέσως και τελειωτικά, για να μην τυραγνιέται σα μερικούς που σπάραζαν σαν τα βουβάλια χτυπώντας τις απαλάμες στο χώμα. Είχαμε κάτι θαυμάσια μάνλιχερ τότες, ολοκαίνουργα, λαφριά κι ευθύβολα, που βαρούσες πεντάρα με δαύτα. Τόνε σημάδεψα στο κούτελο, ανάμεσα στα ολόασπρα φρύδια του. Σήκωσε απάνω μου τα γαλανά μάτια του και με κοίταξε γαλήνια. Θαρρείς πως ένιωσε την οπτική σκοπευτική μου γραμμή ν&#8217; ακουμπά σαν κάτι στερεό πάνου στο κούτελό του.<br />Τράβηξα τη σκαντάλη και σωριάστηκε μονοκόμματα σαν αστραποκαμένος πα στη λάσπη.<br />Μια ψιλή κόκκινη κορδελίτσα κύλησε απ&#8217; το κούτελό του πάνου στο ήσυχο πρόσωπο και λεκέδιασε τα χιόνια της γενειάδας του.</p>
<p>Σαν τέλειωσαν οι εχτελέσεις, ανοίχτηκε το τζαμί, για να βγούνε τα μαντρισμένα γυναικόπαιδα. Κατόπι βάλθηκε φωτιά στο χωριό. Οι φαντάροι τρέχανε με γκαζοτενεκέδες και περεχούσανε πετρέλαιο τα σπίτια. Ο ουρανός ήτανε πάντα λερός, γκαστρωμένος από βροχή. Ο αγέρας έμπαινε στα φλεμόνια πηχτός απ&#8217; την αντάρα, που σεργιανούσε και βόσκιζε τα σκοτεινά κοπάδια της πάνου στο  &#8216;γρό έδαφος. Μαυροκόκκινες φωτιές βγάλανε τις πεινασμένες γλώσσες τους απ&#8217; τα ξυλένια πορτοπαράθυρα, ανεμίζοντας σαν παράξενες κουρελιασμένες σημαίες πάνου στα καφασωτά. Ο καπνός της πυρκαγιάς ανεβοκατεβούτανε μες στη σκοτεινή αντάρα. Ξεκινήσαμε να φύγουμε. Ξαφνικά μες απ&#8217; ένα σοκάκι χίμηξαν, ένα ξεφρενιασμένο πλήθος, τα μωρά κι οι γυναίκες που είχανε κλεισμένες μες στο τζαμί και τις ξαπολύκανε. Ούρλιαζαν και τρέχανε προς τα πτώματα. Ήτανε δίχως γιασμάκι, ξεστηθωμένες σαν άγριες μαινάδες. Τα μάτια τους ήτανε τεράστια ανοιγμένα απ&#8217; την τρομάρα και τα μαλλιά τους πετούσανε πίσω σα μαύρα ζωντανεμένα σερπετά. Τρέχανε προς το λόφο, μες απ&#8217; το γλιστερό καλντερίμι του χωριού, για να ψάξουνε μες στα στρωμένα κουφάρια να γνωρίσουνε τους δικούς των.<br />Η φωτιά μασούσε με ξερό τρίξιμο τα χρωματιστά σαχνισίνια και πηδούσε σαν τρελαμένη χορεύτρια από ταβάνι σε ταβάνι, από παραθύρι σε παραθύρι. Σαλτάριζε λυσσασμένη μες απ&#8217; τις καμινάδες. Έβγαζε τη γλώσσα της μέσα στον υγρόν αγέρα και ξεδίπλωνε θριαμβικά τις κόκκινες παντιέρες της ανάερα πάνου στ&#8217; αρχοντόσπιτα, που γκρεμιζούτανε σα μεγάλα ήσυχα ζώα που γονατίζουνε χτυπημένα στα πόδια.</p>
<p>***</p>
<p>Από τότες χρόνια πέρασαν και διαβαίνουν ολοένα. Όμως μέσα μου κάθεται μια κρύα γαλάζια ματιά. Τη νιώθω που απόμεινε μέσα μου ακίνητη, στυλωμένη και αθάνατη. Ζει και υπάρχει μέσα στο αίμα μου, σα μόλεμα και σαν αρρώστια. Και θαρρώ πως μόνο μαζί με την ψυχή μου θα φύγει από πάνω μου.</p>
<p><a href="http://users.uoa.gr/~nektar/arts/prose/straths_myribhlhs_polemos.ht">http://users.uoa.gr/~nektar/arts/prose/straths_myribhlhs_polemos.ht</a></p>
<p>Το άρθρο <a href="https://www.eyploia.gr/polemos/">Πόλεμος</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://www.eyploia.gr">ΕΥΠΛΟΙΑ</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://www.eyploia.gr/polemos/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	                                          </channel>
</rss>
